υπερπροστατευτισμός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- υπερπροστατευτισμός < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) overprotectionism.[1] Μορφολογικά αναλύεται σε υπερ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά) + προστατευτισμός
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομσιτυετατσορπρεπυ
υπερπροστατευτισμός αρσενικό
- (πολιτικήΚατηγορία:Πολιτική (νέα ελληνικά), οικονομίαΚατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά)) υπερβολικός προστατευτισμός
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Συμπερασματικά, ένας σημαντικός παράγοντας που διογκώνει τις τραπεζικές κρίσεις στις σύγχρονες οικονομίες, είναι ο υπερπροστατευτισμός των τραπεζών από τις κυβερνήσεις. Το γεγονός αυτό αποδίδεται στο ότι οι κυβερήσεις δεν επιτρέπουν στις τράπεζες να λειτουργούν απρόσκοπτα και ελεύθερα και καταλήγουν να τις χρησιμοποιούν ως μέσο άσκησης πολιτικής.
- Αρβανίτη Σπυριδούλα. Το μακροοικονομικό κόστος των νέων κανονισμών κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών, μεταπτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Πειραιώς, Τμήμα Χρηματοοικονομικής και Τραπεζικής Διοικητικής, Πειραιάς, 2013, σελ. 19
- ≈ συνώνυμα: παρεμβατισμός
- ≠ αντώνυμα: ελεύθερη αγορά
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Συμπερασματικά, ένας σημαντικός παράγοντας που διογκώνει τις τραπεζικές κρίσεις στις σύγχρονες οικονομίες, είναι ο υπερπροστατευτισμός των τραπεζών από τις κυβερνήσεις. Το γεγονός αυτό αποδίδεται στο ότι οι κυβερήσεις δεν επιτρέπουν στις τράπεζες να λειτουργούν απρόσκοπτα και ελεύθερα και καταλήγουν να τις χρησιμοποιούν ως μέσο άσκησης πολιτικής.
- (ψυχολογία)Κατηγορία:Ψυχολογία (νέα ελληνικά) υπέρμετρη προστασία σε κάποιο άτομο (συνήθως παιδί)
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Ο υπερπροστατευτισμός ισοδυναμεί με φόνο, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο: «Οι μητέρες εκείνες που αποχαυνωμένες από το πάθος (από νοσηρή αγάπη), επιδιώκουν, εις βάρος του συμφέροντος των παιδιών, την συνεχή παρουσία κοντά τους, θα μπορούσαν δίκαια να ονομασθούν όχι μητέρες, αλλά φόνισσες των παιδιών τους». Είδαμε και πρωτύτερα, ότι, σύμφωνα με έρευνες, τα υπερπροστατευτικά, κυρίως, παιδιά καθίστανται εύκολα θύματα του σχολικού εκφοβισμού. Ο υπερπροστατευτισμός δεν αφήνει περιθώρια στο παιδί να διαμορφώσει μία θετική αυτοεικόνα, μία αυτοεκτίμηση, δηλ. να συνειδητοποιήσει ότι έχει αξία, ότι είναι ανεπανάληπτο, μοναδικό στην ανθρώπινη ιστορία.
- Στογιαννίδης Αθανάσιος. Σχολικός Εκφοβισμός: Μια σύγχρονη αυτοκριτική για την απουσία αναζήτησης ενός βαθύτερου νοήματος ζωής Synthesis 2.1 (2013): 272-289, σελ. 284
- ≈ συνώνυμα: υπερπροστατευτικότητα, υπερπροστασία
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Ο υπερπροστατευτισμός ισοδυναμεί με φόνο, κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο: «Οι μητέρες εκείνες που αποχαυνωμένες από το πάθος (από νοσηρή αγάπη), επιδιώκουν, εις βάρος του συμφέροντος των παιδιών, την συνεχή παρουσία κοντά τους, θα μπορούσαν δίκαια να ονομασθούν όχι μητέρες, αλλά φόνισσες των παιδιών τους». Είδαμε και πρωτύτερα, ότι, σύμφωνα με έρευνες, τα υπερπροστατευτικά, κυρίως, παιδιά καθίστανται εύκολα θύματα του σχολικού εκφοβισμού. Ο υπερπροστατευτισμός δεν αφήνει περιθώρια στο παιδί να διαμορφώσει μία θετική αυτοεικόνα, μία αυτοεκτίμηση, δηλ. να συνειδητοποιήσει ότι έχει αξία, ότι είναι ανεπανάληπτο, μοναδικό στην ανθρώπινη ιστορία.
Μεταφράσεις
υπερπροστατευτισμός
Αναφορές
- ↑ υπερπροστατευτισμός - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
- υπερπροστατευτισμός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σομσιτυετατσορπρεπυ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολιτική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ψυχολογία (νέα ελληνικά)