υπερπρωταθλήτρια

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπερπρωταθλήτρια οι υπερπρωταθλήτριες
      γενική της υπερπρωταθλήτριας των υπερπρωταθλητριών
    αιτιατική την υπερπρωταθλήτρια τις υπερπρωταθλήτριες
     κλητική υπερπρωταθλήτρια υπερπρωταθλήτριες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

υπερπρωταθλήτρια < υπερπρωταθλητής + κατάληξη θηλυκού -τριαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τρια (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιρτηλθατωρπρεπυ

υπερπρωταθλήτρια αρσενικό (αρσενικό υπερπρωταθλητής)

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιρτηλθατωρπρεπυ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τρια (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)