φανταστικό μέρος
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- φανταστικό μέρος < φανταστικός + μέρος
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σορεμοκιτσατναφ
φανταστικό μέρος
- ανύπαρκτη τοποθεσία
- πάρα πολύ ωραία τοποθεσία
- πήγα διακοπές σε ένα φανταστικό μέρος!
- (μαθηματικά)Κατηγορία:Μαθηματικά (νέα ελληνικά) τμήμα μιγαδικού αριθμού που αποτελείται από ένα πραγματικό αριθμό και τη φανταστική μονάδα
- ο 3 + 2i είναι ένας μιγαδικός, με πραγματικό μέρος 3 και φανταστικό μέρος 2i
Μεταφράσεις
ανύπαρκτη τοποθεσία
|
|
πολύ ωραία τοποθεσία
|
|
τμήμα μιγαδικού αριθμού