φερετραγωγός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φερετραγωγός οι φερετραγωγοί
      γενική του φερετραγωγού των φερετραγωγών
    αιτιατική τον φερετραγωγό τους φερετραγωγούς
     κλητική φερετραγωγέ φερετραγωγοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

φερετραγωγός < φέρετρ(ο) + -αγωγόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -αγωγός (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σογωγαρτερεφ

φερετραγωγός αρσενικό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σογωγαρτερεφ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -αγωγός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λογοτεχνικό ύφος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά)