φιλακαδημαϊκός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φιλακαδημαϊκός η φιλακαδημαϊκή το φιλακαδημαϊκό
      γενική του φιλακαδημαϊκού της φιλακαδημαϊκής του φιλακαδημαϊκού
    αιτιατική τον φιλακαδημαϊκό τη φιλακαδημαϊκή το φιλακαδημαϊκό
     κλητική φιλακαδημαϊκέ φιλακαδημαϊκή φιλακαδημαϊκό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φιλακαδημαϊκοί οι φιλακαδημαϊκές τα φιλακαδημαϊκά
      γενική των φιλακαδημαϊκών των φιλακαδημαϊκών των φιλακαδημαϊκών
    αιτιατική τους φιλακαδημαϊκούς τις φιλακαδημαϊκές τα φιλακαδημαϊκά
     κλητική φιλακαδημαϊκοί φιλακαδημαϊκές φιλακαδημαϊκά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

φιλακαδημαϊκός < φιλο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα φιλο- (νέα ελληνικά) + ακαδημαϊκός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιαμηδακαλιφ

φιλακαδημαϊκός, -ή, -ό

  1. (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) που συμπλέει με τους καθιερωμένους κανόνες, τη δεοντολογία ή τις πρακτικές του ακαδημαϊκού χώρου ή που είναι υπέρ των ακαδημαϊκών θεσμών ή των μελών τους
     αντώνυμα: αντιακαδημαϊκός
  2. (λόγιοΚατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά), τέχνηΚατηγορία:Τέχνες (νέα ελληνικά)) καλλιτεχνική προσέγγιση που συμπλέει με τον ακαδημαϊσμό, τις συμβατικές, ακαδημαϊκές τεχνοτροπίες, χωρίς να αναζητά νέες μορφές έκφρασης

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιαμηδακαλιφ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα φιλο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Τέχνες (νέα ελληνικά)