φιλοκυβερνητικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φιλοκυβερνητικός η φιλοκυβερνητική το φιλοκυβερνητικό
      γενική του φιλοκυβερνητικού της φιλοκυβερνητικής του φιλοκυβερνητικού
    αιτιατική τον φιλοκυβερνητικό τη φιλοκυβερνητική το φιλοκυβερνητικό
     κλητική φιλοκυβερνητικέ φιλοκυβερνητική φιλοκυβερνητικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φιλοκυβερνητικοί οι φιλοκυβερνητικές τα φιλοκυβερνητικά
      γενική των φιλοκυβερνητικών των φιλοκυβερνητικών των φιλοκυβερνητικών
    αιτιατική τους φιλοκυβερνητικούς τις φιλοκυβερνητικές τα φιλοκυβερνητικά
     κλητική φιλοκυβερνητικοί φιλοκυβερνητικές φιλοκυβερνητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

φιλοκυβερνητικός < φίλος + -ο- + κυβερνητικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτηνρεβυκολιφ

φιλοκυβερνητικός, -ή, -ό

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτηνρεβυκολιφ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Πολιτική (νέα ελληνικά)