φουντουκοβούτυρο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φουντουκοβούτυρο τα φουντουκοβούτυρα
      γενική του φουντουκοβούτυρου
& φουντουκοβουτύρου
των φουντουκοβούτυρων
& φουντουκοβουτύρων
    αιτιατική το φουντουκοβούτυρο τα φουντουκοβούτυρα
     κλητική φουντουκοβούτυρο φουντουκοβούτυρα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

φουντουκοβούτυρο < φουντούκ(ι) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + βούτυρο

Προφορά

ΔΦΑ : /fun.du.koˈvu.ti.ɾo/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: φουντουκοβούτυρο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ορυτυοβοκυοτνυοφ

φουντουκοβούτυρο ουδέτερο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ορυτυοβοκυοτνυοφ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γαστρονομία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)