φουρκίζω

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

φουρκίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) φουρκίζω (απαγχονίζω) όψιμηλόγια μεσαιωνική) <  δείτε τη λέξη φοῦρκα

Προφορά

ΔΦΑ : /fuɾˈci.zo/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: φουρκίζω

ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωζικρυοφ

φουρκίζω, αόρ.: φούρκισα, παθ.φωνή: φουρκίζομαι, π.αόρ.: φουρκίστηκα, μτχ.π.π.: φουρκισμένος

  1. εκνευρίζω κάποιον, του ανεβάζω το αίμα στο κεφάλι, τον τσατίζω, τον συγχύζω
  2. (λαϊκότροποΚατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά), επίσης ιδιωματικόΚατηγορία:Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά)) απαγχονίζω, κρεμάω
      Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) 1836 Δημήτριος Βυζάντιος, Βαβυλωνία, Πράξις πέμπτη, 1836
    ΑΣΤΥΝΟΜΟΣ. Κόπγιασε να διαβάσης αυτήνη τη διαταγή, να δγιούμε τι θα τσι κάμουμε ετούτους τσι διαόλλους!!! Θα τσι φουρκίσουμε φιναλμέντε γη θα τσι αμολλάρουμε;
    ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ. (Αναγινώσκων την διαταγήν) Όχι· θα τους αφήσωμεν όλους.

Συγγενικά

Κλίση

Μεταφράσεις

Πηγές




Αρχαία ελληνικά (grc)


Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ζητούμενα λήμματα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ιδιωματικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια μεσαιωνική (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)