φρουταποθήκη

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

φρουταποθήκη< φρούτο + αποθήκη

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φρουταποθήκη οι φρουταποθήκες
      γενική της φρουταποθήκης των φρουταποθηκών
    αιτιατική τη φρουταποθήκη τις φρουταποθήκες
     κλητική φρουταποθήκη φρουταποθήκες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηκηθοπατυορφ

φρουταποθήκη θηλυκό

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)