φτωχοπερήφανος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φτωχοπερήφανος η φτωχοπερήφανη το φτωχοπερήφανο
      γενική του φτωχοπερήφανου της φτωχοπερήφανης του φτωχοπερήφανου
    αιτιατική τον φτωχοπερήφανο τη φτωχοπερήφανη το φτωχοπερήφανο
     κλητική φτωχοπερήφανε φτωχοπερήφανη φτωχοπερήφανο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φτωχοπερήφανοι οι φτωχοπερήφανες τα φτωχοπερήφανα
      γενική των φτωχοπερήφανων των φτωχοπερήφανων των φτωχοπερήφανων
    αιτιατική τους φτωχοπερήφανους τις φτωχοπερήφανες τα φτωχοπερήφανα
     κλητική φτωχοπερήφανοι φτωχοπερήφανες φτωχοπερήφανα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

φτωχοπερήφανος < φτωχο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα φτωχο- (νέα ελληνικά) + περήφανος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοναφηρεποχωτφ

φτωχοπερήφανος, η, ο

  1. ψωροπερήφανος, ο ανάρμοστα περήφανος αφού κοινωνικά η υπερηφάνεια προϋποθέτει συνήθως δυνατότητες κυρίως οικονομικές
  2. περήφανος παρότι φτωχός

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοναφηρεποχωτφ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα φτωχο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά