φυτοκοινωνιολογικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φυτοκοινωνιολογικός η φυτοκοινωνιολογική το φυτοκοινωνιολογικό
      γενική του φυτοκοινωνιολογικού της φυτοκοινωνιολογικής του φυτοκοινωνιολογικού
    αιτιατική τον φυτοκοινωνιολογικό τη φυτοκοινωνιολογική το φυτοκοινωνιολογικό
     κλητική φυτοκοινωνιολογικέ φυτοκοινωνιολογική φυτοκοινωνιολογικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φυτοκοινωνιολογικοί οι φυτοκοινωνιολογικές τα φυτοκοινωνιολογικά
      γενική των φυτοκοινωνιολογικών των φυτοκοινωνιολογικών των φυτοκοινωνιολογικών
    αιτιατική τους φυτοκοινωνιολογικούς τις φυτοκοινωνιολογικές τα φυτοκοινωνιολογικά
     κλητική φυτοκοινωνιολογικοί φυτοκοινωνιολογικές φυτοκοινωνιολογικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

φυτοκοινωνιολογικός < φυτοκοινωνιολογ(ία) + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγολοινωνιοκοτυφ

φυτοκοινωνιολογικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιγολοινωνιοκοτυφ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Χρειάζονται παραθέματα (νέα ελληνικά)