φωτοτσιγκογράφος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η φωτοτσιγκογράφος οι φωτοτσιγκογράφοι
      γενική του/της φωτοτσιγκογράφου των φωτοτσιγκογράφων
    αιτιατική τον/τη φωτοτσιγκογράφο τους/τις φωτοτσιγκογράφους
     κλητική φωτοτσιγκογράφε φωτοτσιγκογράφοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

φωτοτσιγκογράφος < φωτο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα φωτο- (νέα ελληνικά) + τσίγκος + -γράφοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -γράφος (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοφαργοκγιστοτωφ

φωτοτσιγκογράφος αρσενικό ή θηλυκό


Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοφαργοκγιστοτωφ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -γράφος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα φωτο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)