χαμομηλέλαιο
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | χαμομηλέλαιο | τα | χαμομηλέλαια |
| γενική | του | χαμομηλέλαιου & χαμομηλελαίου |
των | χαμομηλέλαιων & χαμομηλελαίων |
| αιτιατική | το | χαμομηλέλαιο | τα | χαμομηλέλαια |
| κλητική | χαμομηλέλαιο | χαμομηλέλαια | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- χαμομηλέλαιο < χαμομήλ(ι) + -έλαιοΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -έλαιο (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιαλελημομαχ
χαμομηλέλαιο ουδέτερο, πληθυντικός χαμομηλέλαια
- λάδι που παράγεται από χαμομήλι
Μεταφράσεις
χαμομηλέλαιο
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -έλαιο (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)