χειροτεχνικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χειροτεχνικός η χειροτεχνική το χειροτεχνικό
      γενική του χειροτεχνικού της χειροτεχνικής του χειροτεχνικού
    αιτιατική τον χειροτεχνικό τη χειροτεχνική το χειροτεχνικό
     κλητική χειροτεχνικέ χειροτεχνική χειροτεχνικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χειροτεχνικοί οι χειροτεχνικές τα χειροτεχνικά
      γενική των χειροτεχνικών των χειροτεχνικών των χειροτεχνικών
    αιτιατική τους χειροτεχνικούς τις χειροτεχνικές τα χειροτεχνικά
     κλητική χειροτεχνικοί χειροτεχνικές χειροτεχνικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

χειροτεχνικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) < αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) σημασία: σχετικός με χειρώνακτες . Μορφολογικά αναλύεται σε χειροτέχν(ης) + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά).

Προφορά

ΔΦΑ : /çi.ɾo.te.xniˈkos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: χειροτεχνικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκινχετοριεχ

χειροτεχνικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

Πηγές



Αρχαία ελληνικά (grc)

γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική χειροτεχνικός χειροτεχνική τὸ χειροτεχνικόν
      γενική τοῦ χειροτεχνικοῦ τῆς χειροτεχνικῆς τοῦ χειροτεχνικοῦ
      δοτική τῷ χειροτεχνικ τῇ χειροτεχνικ τῷ χειροτεχνικ
    αιτιατική τὸν χειροτεχνικόν τὴν χειροτεχνικήν τὸ χειροτεχνικόν
     κλητική ! χειροτεχνικέ χειροτεχνική χειροτεχνικόν
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ χειροτεχνικοί αἱ χειροτεχνικαί τὰ χειροτεχνικᾰ́
      γενική τῶν χειροτεχνικῶν τῶν χειροτεχνικῶν τῶν χειροτεχνικῶν
      δοτική τοῖς χειροτεχνικοῖς ταῖς χειροτεχνικαῖς τοῖς χειροτεχνικοῖς
    αιτιατική τοὺς χειροτεχνικούς τὰς χειροτεχνικᾱ́ς τὰ χειροτεχνικᾰ́
     κλητική ! χειροτεχνικοί χειροτεχνικαί χειροτεχνικᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ χειροτεχνικώ τὼ χειροτεχνικᾱ́ τὼ χειροτεχνικώ
      γεν-δοτ τοῖν χειροτεχνικοῖν τοῖν χειροτεχνικαῖν τοῖν χειροτεχνικοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα με κλίση 'καλός' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)

Ετυμολογία

χειροτεχνικός < χειροτέχν(ης) + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (αρχαία ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#σοκινχετοριεχ

χειροτεχνικός, -ή, -όν, υπερθετικός: χειροτεχνικώτατος

  1. σχετικός με χειρώνακτες
  2. που ανήκει σε χειροτεχνία
  3. (κατ’ επέκταση) επιδέξιος
     δείτε παράθεμα στο ϝεργαλεῖον στον τύπο κερίθεκνα

Παράγωγα

Συγγενικά

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά Κατηγορία:Επίθετα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα με κλίση 'καλός' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)