χουχουλιάρικος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- χουχουλιάρικος < χουχουλιάρης + -ικος < χουχουλιάζω + -ρης < (ηχομιμητική λέξη)Κατηγορία:Ηχομιμητικές λέξεις (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιραιλυοχυοχ
χουχουλιάρικος
- που σε βοηθά να χουχουλιάζεις
- που μέσα του χουχουλιάζεις
Συγγενικά
- χουχουλιάρικα
- → δείτε τη λέξη χουχουλιάζω
Μεταφράσεις
χουχουλιάρικος
|