χρονοκαθυστέρηση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | χρονοκαθυστέρηση | οι | χρονοκαθυστερήσεις |
| γενική | της | χρονοκαθυστέρησης | των | χρονοκαθυστερήσεων |
| αιτιατική | τη | χρονοκαθυστέρηση | τις | χρονοκαθυστερήσεις |
| κλητική | χρονοκαθυστέρηση | χρονοκαθυστερήσεις | ||
| Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις. | ||||
| Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- χρονοκαθυστέρηση < → λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησηρετσυθακονορχ
χρονοκαθυστέρηση θηλυκό
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ησηρετσυθακονορχ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παγκοσμιοποίηση' (νέα ελληνικά)