χρυσοκεντητικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χρυσοκεντητικός η χρυσοκεντητική το χρυσοκεντητικό
      γενική του χρυσοκεντητικού της χρυσοκεντητικής του χρυσοκεντητικού
    αιτιατική τον χρυσοκεντητικό τη χρυσοκεντητική το χρυσοκεντητικό
     κλητική χρυσοκεντητικέ χρυσοκεντητική χρυσοκεντητικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χρυσοκεντητικοί οι χρυσοκεντητικές τα χρυσοκεντητικά
      γενική των χρυσοκεντητικών των χρυσοκεντητικών των χρυσοκεντητικών
    αιτιατική τους χρυσοκεντητικούς τις χρυσοκεντητικές τα χρυσοκεντητικά
     κλητική χρυσοκεντητικοί χρυσοκεντητικές χρυσοκεντητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

χρυσοκεντητικός < χρυσοκεντώ + -τικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτητνεκοσυρχ

χρυσοκεντητικός

  1. που έχει σχέση με το χρυσοκέντημα ή την χρυσοκεντητική ή αναφέρεται σ’ αυτά
  2. (ουσιαστικοποιημένο) χρυσοκεντητική

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτητνεκοσυρχ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά