χρυσομυκίνη
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- χρυσομυκίνη < χρυσός + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) -mycin < αρχαία ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά) μύκης (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) aureomycin)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηνικυμοσυρχ
χρυσομυκίνη θηλυκό
- (φαρμακευτικήΚατηγορία:Φαρμακευτική (νέα ελληνικά), παρωχημένοΚατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)) αντιβιοτικό που ανήκει στην κατηγορία των τετρακυκλινών και χρησιμοποιήθηκε ευρέως για τη θεραπεία βακτηριακών λοιμώξεων
Συνώνυμα
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
χρυσομυκίνη
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Φαρμακευτική (νέα ελληνικά)