χρωματοπωλείο
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- χρωματοπωλείο < χρωματοπώλης + -είοΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -είο (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οιελωποταμωρχ
χρωματοπωλείο ουδέτερο
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις χρωματοπώλης, χρώμα και πουλώ
Μεταφράσεις
χρωματοπωλείο