χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια οι χρόνιες αποφρακτικές πνευμονοπάθειες
      γενική της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας των χρόνιων αποφρακτικών πνευμονοπαθειών
    αιτιατική τη χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια τις χρόνιες αποφρακτικές πνευμονοπάθειες
     κλητική χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια χρόνιες αποφρακτικές πνευμονοπάθειες
Συνήθως στον ενικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια < χρόνια + αποφρακτική + πνευμονοπάθεια (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) chronic obstructive pulmonary disease)

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιεθαπονομυενπηκιτκαρφοπααινορ

χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια θηλυκό

Άλλες μορφές

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)