ψαλλιδοκομμένος

Κυπριακά (el-cyp)

Ετυμολογία

ψαλλιδοκομμένος < ψαλλίδ(ι) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (κυπριακά) + μετοχή κομμένος

ΜετοχήΚατηγορία:ΚυπριακάΚατηγορία:Μετοχές (κυπριακά)

ψαλλιδοκομμένος

Άλλες μορφές

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Κυπριακά Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (κυπριακά) Κατηγορία:Μετοχές (κυπριακά)