ψαλλιδοκομμένος
Κυπριακά (el-cyp)
Ετυμολογία
- ψαλλιδοκομμένος < ψαλλίδ(ι) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (κυπριακά) + μετοχή κομμένος
ΜετοχήΚατηγορία:ΚυπριακάΚατηγορία:Μετοχές (κυπριακά)
ψαλλιδοκομμένος
Άλλες μορφές
Πηγές
- ψαλλιδοκομμένος - Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου του Δρ. Γιώργου Β. Γεωργίου. Κυπριακή Διάλεκτος @polignosi Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμμοκοδιλλαψ