ψευδεπίγραφος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ψευδεπίγραφος η ψευδεπίγραφη το ψευδεπίγραφο
      γενική του ψευδεπίγραφου της ψευδεπίγραφης του ψευδεπίγραφου
    αιτιατική τον ψευδεπίγραφο την ψευδεπίγραφη το ψευδεπίγραφο
     κλητική ψευδεπίγραφε ψευδεπίγραφη ψευδεπίγραφο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ψευδεπίγραφοι οι ψευδεπίγραφες τα ψευδεπίγραφα
      γενική των ψευδεπίγραφων των ψευδεπίγραφων των ψευδεπίγραφων
    αιτιατική τους ψευδεπίγραφους τις ψευδεπίγραφες τα ψευδεπίγραφα
     κλητική ψευδεπίγραφοι ψευδεπίγραφες ψευδεπίγραφα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ψευδεπίγραφος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) ψευδεπίγραφος[1]. Η δεύτερη σημασία < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) spurious[2]. Συγχρονικά αναλύεται σε ψευδ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ψευδ- (νέα ελληνικά) + επί-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα επί- (νέα ελληνικά) + -γραφοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -γραφος (νέα ελληνικά).

Προφορά

ΔΦΑ : /pse.vðeˈpi.ɣɾa.fos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: ψευδεπίγραφος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοφαργιπεδυεψ

ψευδεπίγραφος, -η, -ο

  1. (φιλολογίαΚατηγορία:Φιλολογία (νέα ελληνικά), για κείμενο ή έργο) που φέρει ψευδώς το όνομα συγγραφέα διαφορετικού από τον πραγματικό δημιουργό του
    παράδειγμα Τα ψευδεπίγραφα κείμενα του Αριστοτέλη.
     συνώνυμα: νόθος, πλαστός
  2. (λόγιοΚατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά), γενικότερα, μεταφορικάΚατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)) που φέρει ψεύτικο, παραπλανητικό ή ανακριβή τίτλο, όνομα ή χαρακτηρισμό, που δεν ανταποκρίνεται στο πραγματικό του περιεχόμενο
    παράδειγμα Τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν μια ψευδεπίγραφη οικολογική κίνηση.
    παράδειγμα Το ψευδεπίγραφο όνομα του χωριού.
    παράδειγμα H ψευδεπίγραφη δόξα του παρελθόντος.
     συνώνυμα: κάλπικος, μούφα
     δείτε ψευδώνυμος
  3. (σπάνιοΚατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά), για τα Ευαγγέλια) απόκρυφος
    παράδειγμα Τα Ψευδεπίγραφα Ευαγγέλια.  δείτε Απόκρυφα

Παράγωγα

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Αναφορές

  1. ψευδεπίγραφος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  2. ψευδεπίγραφος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοφαργιπεδυεψ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -γραφος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα επί- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ψευδ- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Σπάνιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Φιλολογία (νέα ελληνικά)