ψευτοκάγκουρας

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ψευτοκάγκουρας οι ψευτοκάγκουρες
      γενική του ψευτοκάγκουρα των ψευτοκάγκουρων
    αιτιατική τον ψευτοκάγκουρα τους ψευτοκάγκουρες
     κλητική ψευτοκάγκουρα ψευτοκάγκουρες
Η γενική πληθυντικού είναι δύσχρηστη.
Κατηγορία όπως «βαρύμαγκας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βαρύμαγκας' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία el

ψευτοκάγκουρας < ψευτο- + κάγκουρας

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαρυοκγακοτυεψ

ψευτοκάγκουρας αρσενικό

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σαρυοκγακοτυεψ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βαρύμαγκας' (νέα ελληνικά)