ψηλοκρεμαστός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ψηλοκρεμαστός η ψηλοκρεμαστή το ψηλοκρεμαστό
      γενική του ψηλοκρεμαστού της ψηλοκρεμαστής του ψηλοκρεμαστού
    αιτιατική τον ψηλοκρεμαστό την ψηλοκρεμαστή το ψηλοκρεμαστό
     κλητική ψηλοκρεμαστέ ψηλοκρεμαστή ψηλοκρεμαστό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ψηλοκρεμαστοί οι ψηλοκρεμαστές τα ψηλοκρεμαστά
      γενική των ψηλοκρεμαστών των ψηλοκρεμαστών των ψηλοκρεμαστών
    αιτιατική τους ψηλοκρεμαστούς τις ψηλοκρεμαστές τα ψηλοκρεμαστά
     κλητική ψηλοκρεμαστοί ψηλοκρεμαστές ψηλοκρεμαστά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ψηλοκρεμαστός < ψηλός + κρεμαστός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοτσαμερκοληψ

ψηλοκρεμαστός, -ή, -ό

  1. (αθλητισμός)Κατηγορία:Αθλητισμός (νέα ελληνικά) που ρίχνεται ψηλά σαν να επρόκειτο να κρεμαστεί κάπου
    ψηλοκρεμαστό σουτ

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοτσαμερκοληψ
Κατηγορία:Αθλητισμός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά