ωοθυλακιορρηξία

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ωοθυλακιορρηξία οι ωοθυλακιορρηξίες
      γενική της ωοθυλακιορρηξίας των ωοθυλακιορρηξιών
    αιτιατική την ωοθυλακιορρηξία τις ωοθυλακιορρηξίες
     κλητική ωοθυλακιορρηξία ωοθυλακιορρηξίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ωοθυλακιορρηξία < ωοθυλάκιο + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + ρήξη + -ίαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ία (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιξηρροικαλυθοω

ωοθυλακιορρηξία θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιξηρροικαλυθοω
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)