ωραιοποιούμαι
Νέα ελληνικά (el)
Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρήματα στην παθητική φωνή (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ιαμυοιοποιαρω
ωραιοποιούμαι, π.αόρ.: ωραιοποιήθηκα, μτχ.π.π.: ωραιοποιημένος