ωχρινοτροπίνη
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- ωχρινοτροπίνη < ωχρίν(η) (< ωχρ(ός) + -ίν(η)) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + τρόπ(ος) + -ίνηΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ίνη (νέα ελληνικά) απόδοση για την αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικές αποδόσεις από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) lutoprin) • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε; Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηνιπορτονιρχω
ωχρινοτροπίνη θηλυκό
- (βιολογία)Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά) ορμόνη που σχετίζεται με τη γυναικεία αναπαραγωγική διαδικασία
Συγγενικά
- ωχρεΐνη [1]
- ωχρινοτρόπος
- → και δείτε τη λέξη ωχρίνη
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
ωχρινοτροπίνη
- ↑ ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία.
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ίνη (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικές αποδόσεις από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)