ἀκουμμέρκευτος

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

Ετυμολογία

ἀκουμμέρκευτος < ἀ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ἀ- (μεσαιωνικά ελληνικά) + κουμμερκεύω + -τοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τος (μεσαιωνικά ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Μεσαιωνικά ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (μεσαιωνικά ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά)#σοτυεκρεμμυοκα

ἀκουμμέρκευτος

Άλλες μορφές

Κλιτικοί τύποι

  • ἀκουμέρκευτοι (ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού αρσενικού γένους)

Δείτε επίσης

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -τος (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ἀ- (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (μεσαιωνικά ελληνικά) Κατηγορία:Μεσαιωνικά ελληνικά