ἐπιφυλακτικότης

Νέα ελληνικά (el)

καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση)Κατηγορία:Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (καθαρεύουσα)
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἐπιφυλακτικότης αἱ ἐπιφυλακτικότητες
      γενική τῆς ἐπιφυλακτικότητος τῶν ἐπιφυλακτικοτήτων
      δοτική τῇ ἐπιφυλακτικότητι ταῖς ἐπιφυλακτικότησι(ν)
    αιτιατική τὴν ἐπιφυλακτικότητα τὰς ἐπιφυλακτικότητας
     κλητική ! ἐπιφυλακτικότης ἐπιφυλακτικότητες
3η κλίση, Κατηγορία 'τάπης' όπως «τάπης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

ΟυσιαστικόΚατηγορία:ΚαθαρεύουσαΚατηγορία:Ουσιαστικά (καθαρεύουσα)

ἐπιφυλακτικότης θηλυκό

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Καθαρεύουσα Κατηγορία:Ουσιαστικά (καθαρεύουσα) Κατηγορία:Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (καθαρεύουσα)