ἰχθυοκένταυρος

Αρχαία ελληνικά (grc)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική / ἰχθυοκένταυρος οἱ/αἱ ἰχθυοκένταυροι
      γενική τοῦ/τῆς ἰχθυοκενταύρου τῶν ἰχθυοκενταύρων
      δοτική τῷ/τῇ ἰχθυοκενταύρ τοῖς/ταῖς ἰχθυοκενταύροις
    αιτιατική τὸν/τὴν ἰχθυοκένταυρον τοὺς/τὰς ἰχθυοκενταύρους
     κλητική ! ἰχθυοκένταυρε ἰχθυοκένταυροι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἰχθυοκενταύρω
γεν-δοτ τοῖν  ἰχθυοκενταύροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «κάμηλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά 2ης κλίσης κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' κοινού γένους (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)

Ετυμολογία

ἰχθυοκένταυρος < ἰχθύς + κένταυρος

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Ελληνιστική κοινήΚατηγορία:Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#σορυατνεκουθχι

ἰχθυοκένταυρος, -ου αρσενικό ή θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Μυθολογία (ελληνιστική κοινή) Κατηγορία:Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή) Κατηγορία:Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά 2ης κλίσης κοινού γένους (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θρίαμβος' κοινού γένους (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)