Search Results for "επεξεργαστής"
-
επεξεργαστής
επεξεργαστής < επεξεργάζομαι επεξεργασ- + -τής, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική processor. Διαφορετική η ελληνιστική ἐπεξεργαστής (εκτελεστής διατάγματος)
-
επεξεργαστής κειμένου
→ δείτε τη λέξη επεξεργαστής και κείμενο, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική text editor επεξεργαστής κειμένου αρσενικό (λογισμικό) πρόγραμμα (λογισμικό) που
-
επεξεργαστή
επεξεργαστή γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του επεξεργαστής
-
επεξεργαστές
επεξεργαστές αρσενικό ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεξεργαστής
-
επεξεργαστικά
επεξεργαστικά ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του επεξεργαστικό
-
επεξεργαστικού
επεξεργαστικού γενική ενικού του επεξεργαστικός γενική ενικού του επεξεργαστικό
-
επεξεργαστικών
επεξεργαστικών γενική πληθυντικού του επεξεργαστικός γενική πληθυντικού του επεξεργαστική γενική πληθυντικού του επεξεργαστικό
-
επεξεργαστούμε
επεξεργαστούμε (να, ας, αν, ίσως κλπ) α' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επεξεργάζομαι θα επεξεργαστούμε: α' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου
-
επεξεργαστούν
επεξεργαστούν (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επεξεργάζομαι θα επεξεργαστούν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου
-
επεξεργαστείς
επεξεργαστείς (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος επεξεργάζομαι θα επεξεργαστείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα