devolution

Αγγλικά (en)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Αγγλική γλώσσαΚατηγορία:Ουσιαστικά (αγγλικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)#noituloved

devolution (en)

  1. η μεταβίβαση δικαιώματος σε κάποιον άλλον
  2. η αποκέντρωση· η μεταβίβαση εξουσιών και αρμοδιοτήτων από την κεντρική εξουσία στις τοπικές κυβερνήσεις
  3. (the) devolution of (something) into (something): η χειροτέρευση, η υποβάθμιση, η παρακμή του τάδε σε τάδε
Κατηγορία:Αγγλική γλώσσα Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (αγγλικά)