simultaneously
Αγγλικά (en)
Ετυμολογία
- simultaneously < simultaneous + -lyΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ly (αγγλικά)
Προφορά
ΕπίρρημαΚατηγορία:Αγγλική γλώσσαΚατηγορία:Επιρρήματα (αγγλικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)#ylsuoenatlumis
simultaneously (en) (χωρίς παραθετικά)Κατηγορία:Επιρρήματα χωρίς παραθετικά (αγγλικά)
- ταυτόχρονα, συγχρόνως
He was laughing and crying simultaneously.
- Γελούσε κι έκλαιγε ταυτοχρόνως.
Don’t all speak simultaneously.
- Μη μιλάτε όλοι συγχρόνως.