|
Active voice ➤ |
Passive voice ➤ |
| Indicative mood ➤ |
Imperfective aspect ➤ |
Perfective aspect ➤ |
Imperfective aspect |
Perfective aspect |
| Non-past tenses ➤ |
Present ➤ |
Dependent ➤ |
Present |
Dependent |
| 1 sg |
αντικατοπτρίζω |
αντικατοπτρίσω |
αντικατοπτρίζομαι |
αντικατοπτριστώ |
| 2 sg |
αντικατοπτρίζεις |
αντικατοπτρίσεις |
αντικατοπτρίζεσαι |
αντικατοπτριστείς |
| 3 sg |
αντικατοπτρίζει |
αντικατοπτρίσει |
αντικατοπτρίζεται |
αντικατοπτριστεί |
|
| 1 pl |
αντικατοπτρίζουμε, [αντικατοπτρίζομε] |
αντικατοπτρίσουμε, [αντικατοπτρίσομε] |
αντικατοπτριζόμαστε |
αντικατοπτριστούμε |
| 2 pl |
αντικατοπτρίζετε |
αντικατοπτρίσετε |
αντικατοπτρίζεστε, αντικατοπτριζόσαστε |
αντικατοπτριστείτε |
| 3 pl |
αντικατοπτρίζουν(ε) |
αντικατοπτρίσουν(ε) |
αντικατοπτρίζονται |
αντικατοπτριστούν(ε) |
|
| Past tenses ➤ |
Imperfect ➤ |
Simple past ➤ |
Imperfect |
Simple past |
| 1 sg |
αντικατόπτριζα |
αντικατόπτρισα |
αντικατοπτριζόμουν(α) |
αντικατοπτρίστηκα |
| 2 sg |
αντικατόπτριζες |
αντικατόπτρισες |
αντικατοπτριζόσουν(α) |
αντικατοπτρίστηκες |
| 3 sg |
αντικατόπτριζε |
αντικατόπτρισε |
αντικατοπτριζόταν(ε) |
αντικατοπτρίστηκε |
|
| 1 pl |
αντικατοπτρίζαμε |
αντικατοπτρίσαμε |
αντικατοπτριζόμασταν, (αντικατοπτριζόμαστε) |
αντικατοπτριστήκαμε |
| 2 pl |
αντικατοπτρίζατε |
αντικατοπτρίσατε |
αντικατοπτριζόσασταν, (αντικατοπτριζόσαστε) |
αντικατοπτριστήκατε |
| 3 pl |
αντικατόπτριζαν, αντικατοπτρίζαν(ε) |
αντικατόπτρισαν, αντικατοπτρίσαν(ε) |
αντικατοπτρίζονταν, (αντικατοπτριζόντουσαν) |
αντικατοπτρίστηκαν, αντικατοπτριστήκαν(ε) |
|
| Future tenses ➤ |
Continuous ➤ |
Simple ➤ |
Continuous |
Simple |
| 1 sg |
θα αντικατοπτρίζω ➤ |
θα αντικατοπτρίσω ➤ |
θα αντικατοπτρίζομαι ➤ |
θα αντικατοπτριστώ ➤ |
| 2,3 sg, 1,2,3 pl |
θα αντικατοπτρίζεις, … |
θα αντικατοπτρίσεις, … |
θα αντικατοπτρίζεσαι, … |
θα αντικατοπτριστείς, … |
|
|
Perfect aspect ➤ |
Perfect aspect |
| Present perfect ➤ |
έχω, έχεις, … αντικατοπτρίσει έχω, έχεις, … αντικατοπτρισμένο, ‑η, ‑ο ➤ |
έχω, έχεις, … αντικατοπτριστεί είμαι, είσαι, … αντικατοπτρισμένος, ‑η, ‑ο ➤ |
| Past perfect ➤ |
είχα, είχες, … αντικατοπτρίσει είχα, είχες, … αντικατοπτρισμένο, ‑η, ‑ο |
είχα, είχες, … αντικατοπτριστεί ήμουν, ήσουν, … αντικατοπτρισμένος, ‑η, ‑ο |
| Future perfect ➤ |
θα έχω, θα έχεις, … αντικατοπτρίσει θα έχω, θα έχεις, … αντικατοπτρισμένο, ‑η, ‑ο |
θα έχω, θα έχεις, … αντικατοπτριστεί θα είμαι, θα είσαι, … αντικατοπτρισμένος, ‑η, ‑ο |
|
| Subjunctive mood ➤ |
Formed using present, dependent (for simple past) or present perfect from above with a particle (να, ας). |
|
| Imperative mood ➤ |
Imperfective aspect |
Perfective aspect |
Imperfective aspect |
Perfective aspect |
| 2 sg |
αντικατόπτριζε |
αντικατόπτρισε |
— |
αντικατοπτρίσου |
| 2 pl |
αντικατοπτρίζετε |
αντικατοπτρίστε |
αντικατοπτρίζεστε |
αντικατοπτριστείτε |
|
| Other forms |
Active voice |
Passive voice |
| Present participle➤ |
αντικατοπτρίζοντας ➤ |
αντικατοπτριζόμενος, ‑η, ‑ο ➤ |
| Perfect participle➤ |
έχοντας αντικατοπτρίσει ➤ |
αντικατοπτρισμένος, ‑η, ‑ο ➤ |
|
| Nonfinite form➤ |
αντικατοπτρίσει |
αντικατοπτριστεί |
|
|
Notes Appendix:Greek verbs |
• (…) optional or informal. […] rare. {…} learned, archaic. • Multiple forms are shown in order of reducing frequency. • Periphrastic imperative forms may be produced using the subjunctive. |
|