κομμουνιστικός
Gréčtina
Výslovnosť
- IPA: [kɔ.mu.nɪs.ti.ˈkos]
Prídavné meno
Skloňovanie
| Číslo | singulár | plurál | ||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| Rod | mužský | ženský | stredný | mužský | ženský | stredný |
| nominatív | κομμουνιστικός | κομμουνιστική | κομμουνιστικό | κομμουνιστικοί | κομμουνιστικές | κομμουνιστικά |
| genitív | κομμουνιστικού | κομμουνιστικής | κομμουνιστικού | κομμουνιστικών | κομμουνιστικών | κομμουνιστικών |
| akuzatív | κομμουνιστικό | κομμουνιστική | κομμουνιστικό | κομμουνιστικούς | κομμουνιστικές | κομμουνιστικά |
| vokatív | κομμουνιστικέ | κομμουνιστική | κομμουνιστικό | κομμουνιστικοί | κομμουνιστικές | κομμουνιστικά |