αμφισβητημένος
Yunanca
Ön ad
αμφισβητημένος (amfisvitiménos) (dişil αμφισβητημένη, nötr αμφισβητημένο)Kategori:Yunanca sözcükler#ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΜΕΝΟΣKategori:Yunanca ortaçlar#ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΜΕΝΟΣ
- αμφισβητώ (amfisvitó) sözcüğünün edilgen geçmiş zaman ortaç çekimi
Çekimleme
αμφισβητημένος (amfisvitiménos) ön adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | |
| yalın (ονομαστική) | αμφισβητημένος (amfisvitiménos) | αμφισβητημένη (amfisvitiméni) | αμφισβητημένο (amfisvitiméno) | αμφισβητημένοι (amfisvitiménoi) | αμφισβητημένες (amfisvitiménes) | αμφισβητημένα (amfisvitiména) |
| tamlayan (γενική) | αμφισβητημένου (amfisvitiménou) | αμφισβητημένης (amfisvitiménis) | αμφισβητημένου (amfisvitiménou) | αμφισβητημένων (amfisvitiménon) | αμφισβητημένων (amfisvitiménon) | αμφισβητημένων (amfisvitiménon) |
| belirtme (αιτιατική) | αμφισβητημένο (amfisvitiméno) | αμφισβητημένη (amfisvitiméni) | αμφισβητημένο (amfisvitiméno) | αμφισβητημένους (amfisvitiménous) | αμφισβητημένες (amfisvitiménes) | αμφισβητημένα (amfisvitiména) |
| seslenme (κλητική) | αμφισβητημένε (amfisvitiméne) | αμφισβητημένη (amfisvitiméni) | αμφισβητημένο (amfisvitiméno) | αμφισβητημένοι (amfisvitiménoi) | αμφισβητημένες (amfisvitiménes) | αμφισβητημένα (amfisvitiména) |
Kaynakça
- αμφισβητημένος, Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003).