μισοτελειωμένος
Yunanca
Ön ad
μισοτελειωμένος (misoteleioménos) (dişil μισοτελειωμένη, nötr μισοτελειωμένο)Kategori:Yunanca sözcükler#ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟΣKategori:Yunanca ortaçlar#ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟΣ
- μισοτελειώνω (misoteleióno) sözcüğünün edilgen geçmiş zaman ortaç çekimi
Çekimleme
μισοτελειωμένος (misoteleioménos) ön adının çekimi
| tekil (ενικός) | çoğul (πληθυντικός) | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | eril (αρσενικό) | dişil (θηλυκό) | nötr (ουδέτερο) | |
| yalın (ονομαστική) | μισοτελειωμένος (misoteleioménos) | μισοτελειωμένη (misoteleioméni) | μισοτελειωμένο (misoteleioméno) | μισοτελειωμένοι (misoteleioménoi) | μισοτελειωμένες (misoteleioménes) | μισοτελειωμένα (misoteleioména) |
| tamlayan (γενική) | μισοτελειωμένου (misoteleioménou) | μισοτελειωμένης (misoteleioménis) | μισοτελειωμένου (misoteleioménou) | μισοτελειωμένων (misoteleioménon) | μισοτελειωμένων (misoteleioménon) | μισοτελειωμένων (misoteleioménon) |
| belirtme (αιτιατική) | μισοτελειωμένο (misoteleioméno) | μισοτελειωμένη (misoteleioméni) | μισοτελειωμένο (misoteleioméno) | μισοτελειωμένους (misoteleioménous) | μισοτελειωμένες (misoteleioménes) | μισοτελειωμένα (misoteleioména) |
| seslenme (κλητική) | μισοτελειωμένε (misoteleioméne) | μισοτελειωμένη (misoteleioméni) | μισοτελειωμένο (misoteleioméno) | μισοτελειωμένοι (misoteleioménoi) | μισοτελειωμένες (misoteleioménes) | μισοτελειωμένα (misoteleioména) |
Ek okumalar
- “μισοτελειωμένος”, Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής [Standart Modern Yunancanın Sözlüğü], Μανόλης Τριανταφυλλίδης, 1998