Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ως (νέα ελληνικά)
| Κατηγορίες » Γλώσσα: Νέα ελληνικά » Ετυμολογία » Μορφολογία » Προσφύματα » Επιθήματα » Λέξεις κατά επίθημα » -ως |
Μορφές λόγιων επιρρημάτων: με -ως, με -ώς
Δείτε επίσης
Pages in category "Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ως (νέα ελληνικά)"
- -ως
- αβιάστως
- αβούλως
- αδασμολογήτως
- αδιακρίτως
- αδιαλείπτως
- αιφνιδίως
- ακαυτηριάστως
- αμεταμορφώτως
- αμετατοπίστως
- ανεξαρτήτως
- ανεφίκτως
- απαρερμηνεύτως
- απροσχηματίστως
- απταίστως
- ασπίλως
- ασυγκαλύπτως
- ασυναγωνίστως
- αυτοδιδάκτως
- ἀχόλως
- βαθμιαίως
- βασίμως
- βροντοφώνως
- δημοσίως
- διαγωνίως
- δοκίμως
- δολίως
- δραστηρίως
- δρομαίως
- δυσαναλόγως
- εγκαίρως
- εδαφιαίως
- εκδήλως
- εκθύμως
- εκνόμως
- εκουσίως
- εκπροθέσμως
- εκρύθμως
- ελλόγως
- εμμέσως
- εμμέτρως
- εμπραγμάτως
- εμπράκτως
- εμπροθέσμως
- εμπροθέτως
- εμφύτως
- εναγωνίως
- εναντιομόρφως
- εναντίως
- ενάρθρως
- ενδιαμέσως
- ενδομύχως
- ενδόξως
- ενδοφλεβίως
- ενθέρμως
- ενιαίως
- εννόμως
- ενόρκως
- εντόκως
- ενυπογράφως
- εξαιρέτως
- εξαισίως
- εξαμηνιαίως
- εξωδίκως
- επαλλήλως
- επαξίως
- επιζήλως
- επιζημίως
- επικινδύνως
- επιμόνως
- επιμόχθως
- επιπολαίως
- επιπόνως
- επιτηδείως
- επιτοπίως
- επονειδίστως
- επωδύνως
- επωνύμως
- ερρύθμως
- εσπευσμένως
- εσχάτως
- εσωκλείστως
- ευαναγνώστως
- ευγλώττως
- ευδιακρίτως
- ευδοκίμως
- ευκόλως
- ευκόσμως
- ευπροσώπως
- ευστρόφως
- ευσυνειδήτως
- ευσυνόπτως
- ευσχήμως
- ευφήμως
- ηπίως
- ησύχως
- θεοσόφως
- ιδιοβούλως
- ιδιογράφως
- ισομήκως
- ισχυρογνωμόνως
- καθέτως
- κακόσμως
- καλαισθήτως
- καλοπίστως
- κατακορύφως
- καταπτύστως
- καταχθονίως
- κατεπειγόντως
- κατεσπευσμένως
- κερδοφόρως
- κυρίως
- λυσσαλέως
- μακαρίως
- μακροπροθέσμως
- ματαιοδόξως
- μεγαλεπηβόλως
- μεσοπροθέσμως
- μετρίως
- μηνιαίως
- νομιμοτόκως
- νομοτύπως
- νοτίως
- ολεθρίως
- ομοουσίως
- ομοψήφως
- οξυτόνως
- ὀρθοδόξως
- ορθοστοίχως
- οριζοντίως
- ορμεμφύτως
- παγκάλως
- παρακέντρως
- παραλλήλως
- παραλόγως
- παρανόμως
- παραποταμίως
- παρατόλμως
- πασιδήλως
- πατροπαραδότως
- πενθίμως
- περιβλέπτως
- περιπύστως
- πρεπόντως
- προεσκεμμένως
- προσηνέμως
- προσθέτως
- προσφάτως
- προσφόρως
- πρωτίστως
- σκοπίμως
- σπανίως
- σπατάλως
- στεντορείως
- στιγμιαίως
- συγκαλογνώμως
- συγκεκριμένως
- συγχρόνως
- συμφώνως
- συνακολούθως
- συναλλήλως
- συντόμως
- τελείως
- τελεσιδίκως
- τεσσαρακονταπλασίως
- τριτευόντως
- τριτοπροσώπως
- τυχαίως
- υπεγγύως
- υπηνέμως
- υποβρυχίως
- υποδορίως
- υπτίως
- υστεροβούλως
- υστερογενώς
- φιλοτέχνως
- χρονίως
- χυδαιοτρόπως
- Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ως (καθαρεύουσα)