μεγαλεπηβόλως

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

μεγαλεπηβόλως < (καθαρεύουσα) < (ελληνιστική κοινή) μεγαλεπήβολ(ος) + -ωςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ως (νέα ελληνικά)

ΕπίρρημαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επιρρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σωλοβηπελαγεμ

μεγαλεπηβόλως

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επιρρήματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ως (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)