Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
| Κατηγορίες » Γλώσσα: Αρχαία ελληνικά » Υφολογικές κατηγορίες » Μεταφορικοί όροι ««« |
Pages in category "Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)"
- ἀγανακτέω
- ἀγκύλος
- ἀγλευκής
- ἄγνυμι
- ἄγχω
- ἀδάμας
- ἀδέκαστος
- ἀδηφάγος
- Ἄδωνις
- ἀηδών
- ἄημι
- αἰγιθάλου τολμηρότερος
- αἴγλη
- αἰπύς
- αἴσιμον ἦμαρ
- ἄκανθα
- ἀκίνητος
- Ἀκκώ
- ἀκολουθέω
- ἀκραιφνής
- ἀκροβολίζομαι
- ἄλη
- ἀλίβας
- ἀλώπηξ
- ἀμαλδύνω
- ἀμβλόω
- ἄμητος
- ἀμοργός
- ἀμφαρίστερος
- ἀμφήκης
- ἀμφιδέξιος
- Ἀμφιτρίτη
- ἀναβαίνω
- ἀναίσθητος
- ἀνακυπόω
- ἀνασείω
- ἀνέκπλυτος
- ἀνέργαστος
- ἀνέχομαι
- ἀνέχω
- ἀνθέω
- ἄνθος
- ἀνθρακιά
- ἄνοδος
- ἀνομβρία
- ἀνόρεκτος
- ἀντλέω
- ἄντλος
- ἄξεστος
- ἀοιδή
- ἁπαλός
- ἀπανθίζω
- ἄπαππος
- ἀπημοσύνη
- ἀπήνη
- ἀποδημέω
- ἀπ' ὄνου καταπεσεῖν
- ἀποστατέω
- ἀπότομος
- ἄπταιστος
- ἅπτω
- ἀριστερός
- ἄροτρον
- ἀρραγής
- ἀρρωστέω
- ἄρταμος
- ἄρτιος
- ἄρτυμα
- ἀρχιτέκτων
- ἀστατέω
- ἀστεροπή
- ἀστήρ
- ἀστραπή
- ἀτραπός
- αὖλαξ
- αὖος
- αὔρα
- αὐσταλέος
- αὐχήν
- αὐχμηρός
- αὐχμός
- ἄχθομαι
- ἄχθος
- ἄχθος ἀρούρης
- ἁψιμαχία
- βάθος
- βαλβίς
- βαρέω
- βιβάζω
- βλίττω
- βόσκω
- βοῦς
- βροντή
- βρόχος
- βύσσινος
- γέλως
- γῆρυς
- γλίσχρος
- γλυκύς
- γνάθος
- γομφίος
- γρῖφος
- γυμνός
- δαίω
- δαλός
- δάμαλις
- δαφοινός
- δεξιός
- δῆλος
- διαγωγή
- διάκενος
- διατείχισμα
- διαφέρω
- Διός ἐγκέφαλος
- διχθά
- διῶρυξ
- δορυφόρος
- δριμύς
- δροσερός
- δρόσος
- δρυός πεσούσης πᾶς ἀνήρ ξυλεύεται
- δυσέκνιπτος
- δυσήνιος
- δυσκίνητος
- ἔγκυος
- ἔδω
- εἱρκτή
- εἰς ὄνου πόκας
- ἐκ βάθρων
- ἐκκομίζω
- ἔκπλυτος
- ἐμβριθής
- ἐμπίμπρημι
- ἐμπολάω
- ἔναυσμα
- ἐναύω
- ἑνί πιτύλῳ
- ἐξαμβλόω
- ἐξόδιον
- ἐξοχή
- ἐπικλώθω
- ἐπιμύω
- ἐπιτέλλω
- ἐπίτροπος
- ἐρέβινθος
- ἐρέσσω
- ἐρετμόν
- ἐριβῶλαξ
- ἔρνος
- ἐρυγγάνω
- ἕσπερος
- ἔστιν Δίκης ὀφθαλμός, ὅς τά πάνθ' ὁρᾷ
- εὐδία
- εὕδω
- εὐήθης
- εὐθύνω
- εὐνάζω
- ἑφθός
- ἐφίστημι
- ἔχις
- ζεῦγμα
- ζέω
- ζωστήρ
- ἠνεμόεις
- ἡνία
- ἡνίοχος
- ἦτρον
- θάλασσα
- θηρίον
- θησαυρός
- θιγγάνω
- θλῖψις
- θρόος
- θρύψις
- θύελλα
- θύω
- ἱερόν τέμενος
- ἱκνέομαι
- ἱμάσθλη
- ἱππόδρομος
- ἴς
- ἰσχνός
- ἴυγξ
- ἰχθύς
- κάθαρμα
- κάθαρσις
- καλλονή
- καλογραμμένος
- καλύπτω
- κάπηλος
- καρπός
- καρχαρίας
- κάρχαρος
- κατά
- καταδρομή
- κατέχω
- κελαινός
- Κέρκωψ
- κήλησις
- κηλίς
- κηπεύω
- κηφήν
- κιγκλίς
- κινδύνου βάθρα
- κλαστάζω
- κλείς
- κλώθω
- κνίζω
- κόμη
- κόπτω
- κόσμος
- κοῦφος
- κραιπνός
- κράς
- κρηπίς
- κύκηθρον
- κύκλος
- κῦμα
- κυμινοπριστοκαρδαμογλύφος
- κυνηγέτης
- κυρίσσω
- κύων
- κώδων
- κωτίλλω
- λαγαρός
- λαμυρός
- λαπάσσω
- λέμμα
- λεπτότης
- λέχριος
- λεωφόρος
- λήμη
- λίθινος
- λίθος
- λιμήν
- λίνον
- λίχνος
- λοξός
- λυγίζω
- λῦμα
- λύμη
- μάρπτω
- μαστός
- μέθη
- μείγνυμι
- μειλίσσω
- μελανο-
- μετεωρίζω
- μετεωρολόγος
- μετέωρος
- μῆλον
- Μιλτιάδαι
- μοῖρα
- νείφω
- νέμω
- νεῦρον
- νεφέλη
- νεφρός
- νήγρετος
- νηδύς
- νηλεές ἦμαρ
- νησιώτης
- νηφάλιος
- νιφάς
- νιφόβολος
- νιφόεις
- νόημα
- νόσος
- νόσφι
- νύμφη
- νύξ
- ὁδός
- ὀδούς
- οἰακίζω
- οἴαξ
- οἰδέω
- οἴκοθεν
- οἰκουρός
- ὁ κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες
- ὄμβρος
- ὅμιλος
- ὄμφαξ
- ὄναρ
- ὄνος ὕεται
- ὁράω
- ὄρεξις
- ὀρθός
- ὀρθόω
- ὀρίγανον
- ὀρίγανος
- ὀρίνω
- ὅρος
- ὄρπηξ
- οὐ γάρ ποιήσεις λεῖον τόν τραχύν ἐχῖνον
- οὐρά
- οὖρος
- οὖς
- ὀχετός
- πάγη
- παιδαγωγός
- παλάμη
- παραγίγνομαι
- παράλληλος
- παραπέμπω
- πασσαλεῖον
- πάσσαλος
- πάτος
- παχύδερμος
- παχύς
- πέδιλον
- πεῖνα
- πεπαίνω
- πέπειρος
- πέπων
- περίοδος
- περισκελής
- πέσσω
- πηδάλιον
- πηλός
- πηρός
- πῖαρ
- πικρόχολος
- πίμπλημι
- πίνος
- πίων
- πλάγιος
- πλαγκτός
- πλέγμα
- πλῆσμα
- -πλόκος
- ποιμήν
- πολύπλοκος
- πολύσαρκος
- πομπεύς
- πορθέω
- πόρος
- πόρτις
- πότης
- προκαταλαμβάνω
- προπετής
- προσέχω
- προχέω
- πταίω
- πτῶμα
- πυκνότης
- πυρηνώδης
- πωλέω
- πώρωσις
- ῥάκος
- ῥάχις
- ῥοή
- ῥόμβος
- σαβακός
- σαθρός
- σάκος
- σειρά
- σεισμός
- σείω
- σθένος
- σιδήρεος
- σκαιός
- σκανδάληθρον
- σκηνογραφία
- σκληρότης
- σκοτόω
- σκύμνος
- σκώληξ
- σμῆνος
- σπασμός
- σπερμολόγος
- στέλεχος
- στενοχωρία
- στεροπή
- στῆθος
- στῖφος
- στόμα
- στόμαχος
- στοναχή
- στορέννυμι
- στόρνυμι
- στρατήγημα
- στρέφω
- στρογγύλος
- στρυφνός
- συγγενής
- σῦκον
- σύλλογος
- συμβαίνω
- συμβολή
- σύμπτωσις
- σύμφωνος
- συναιρέω
- συνάπτω
- σύνναος
- σφάζω
- σφενδόνη
- σφυρόν
- σχεδόν
- τάξις
- τάριχος
- τέμενος αἰθέρος
- τέμενος Νείλοιο
- τηλεθάω
- τιθασός
- τίθημι ἐν φρεσί
- τιτρώσκω
- τοῖχος
- τορός
- τραχύτης
- τριπτήρ
- τρόπις
- τρύβλιον
- τρύχω
- τύπτω
- τύρβη
- Τυφῶν
- ὑδαρής
- ὑποβολή
- ὑπό μάλης
- ὑποσκελίζω
- ὑπότριμμα
- ὕφαλος
- ὑφαρπάζω
- ὑψαύχην
- ὑψιμέδων
- φανός
- φάος
- φαρμάττω
- φιάλη
- φλέγμα
- φλεγμονή
- φλέγω
- φλογμός
- φορβάς
- φροῦδος
- φρύαγμα
- φυτόν
- φύω
- χάλαζα
- χαλάω
- χαλινός
- χαῦνος
- χειμών
- χελιδών
- χηρεία
- χλωρός
- χορηγός
- χρέος
- χροιά
- χρῶμα
- χύδην
- ψάμαθος
- ψάμμος ἀριθμόν περιπέφευγεν
- ψεφηνός
- ψωλός
- ὠδίς
- ὠθισμός
- ὠκεανός
- ὠμός
- Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (ελληνιστική κοινή)