Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| ψῡχᾱ- | |||||
| ονομαστική | ἡ | ψυχή | αἱ | ψυχαί | |
| γενική | τῆς | ψυχῆς | τῶν | ψυχῶν | |
| δοτική | τῇ | ψυχῇ | ταῖς | ψυχαῖς | |
| αιτιατική | τὴν | ψυχήν | τὰς | ψυχᾱ́ς | |
| κλητική ὦ! | ψυχή | ψυχαί | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ψυχᾱ́ | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | ψυχαῖν | |||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
1η κλίση - οξύτονα θηλυκά ουσιαστικά σε -ή
- ἡ ψυχή, τῆς ψυχῆς, αἱ ψυχαί, τῶν ψυχῶν
για τους συντάκτες: {{grc-κλίση-'ψυχή'}} |
Pages in category "Κατηγορία:Ουσιαστικά με κλίση 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)"
- Ἀγγελή
- Ἀγρυλή
- ἀδελφή
- Αἰγαί
- Αἰξωνή
- ἀκή
- ἀκοστή
- ἀκωκή
- Ἁλαί
- ἀλαλή
- Ἀλαλκομεναί
- ἁλή
- ἀλκή
- Ἀλωπεκή
- ἁμαρτωλή
- ἀμφιβολή
- Ἀμφιτροπή
- ἀναψυχή
- ἀνοκωχή
- ἀνοχή
- ἀνταλλαγή
- ἀντιστροφή
- ἀντοχή
- ἀοιδή
- ἀπευχή
- ἀποβολή
- ἀποδοχή
- ἀποκομιδή
- ἀποκοπή
- ἀποστροφή
- ἀποταγή
- ἀποχή
- ἀρετή
- ἀρή
- ἁρμογή
- ἀρχή
- ἀρωγή
- ἀστεροπή
- ἀστραγαλωτή
- ἀστραπή
- Ἀττική
- αὐγή
- αὐδή
- αὐλή
- ἀϋτή
- ἀϋτμή
- ἁφή
- Βακτριανή
- βαλλωτή
- βασιλική
- Βασιλική
- βασταγή
- Βατή
- βαφή
- βιοτή
- βληχή
- βοή
- βολή
- βουγονή
- βουλή
- βροντή
- βροχή
- γαμετή
- γενετή
- γλυπτική
- γλυφή
- γονή
- γραφή
- δειρή
- διαβολή
- διαγραφή
- διαγωγή
- διακομιδή
- διακοπή
- διαλλαγή
- διαλογή
- διανομή
- διαρροή
- διαρρωγή
- διασκευή
- διαταγή
- διατριβή
- διατροφή
- δμωή
- δοκιμή
- δοτική
- δοχή
- δραχμή
- δρομή
- Δρυός κεφαλαί
- δυσμή
- ἐδωδή
- εἱαμενή
- εἱρκτή
- εἰσβολή
- εἰσροή
- ἐκδοχή
- ἐκδρομή
- ἐκκομιδή
- ἐκλογή
- ἐκπνοή
- ἐκπομπή
- Ἐκριτική
- ἐκσκαφή
- Ἐλευθεραί
- ἐμπνοή
- ἐμπολή
- ἐνιπή
- ἐνοπή
- ἐξοχή
- ἑορτή
- ἐπιγονή
- ἐπιπλοκή
- Ἐπιπολαί
- ἐπιπολή
- ἐπιταγή
- ἐπιτομή
- ἐποικοδομή
- ἐρυγή
- Ἐρυθραί
- ἐρωή
- εὐλή
- εὐνή
- εὐχωλή
- ζωή
- Ζωή
- ἠχή
- θωή
- θωϊή
- ἰή
- ἰυγή
- ἰωκή
- καλλονή
- καμπή
- καναχή
- καταγωγή
- καταδρομή
- κατανομή
- καταρροή
- κατατομή
- κεβλή
- Κεφαλή
- κλαγγή
- κλοπή
- κομιδή
- κοπή
- Κορσιαί
- κορυφή
- κραυγή
- κριγή
- κριθή
- κυβερνητική
- κυματωγή
- Λαυρεωτική
- λοφιή
- μετρική
- μηχανή
- μισθαποχή
- μορφή
- μουσική
- ξυλική
- οἰμωγή
- ὀπωπή
- ὀργή
- ὀσμή
- Παγαί
- παραγραφή
- παραγωγή
- παραδρομή
- παρακομιδή
- παραπομπή
- παρασημαντική
- παρασκευή
- παρεμβολή
- Περγαμηνή
- Περγασή
- περιτομή
- πλησμονή
- πολιτική
- Ποτνιαί
- προσαρμογή
- προσβολή
- προσκομιδή
- προσταγή
- προτροπή
- προχοή
- πυγή
- πυγμή
- ῥαφή
- ῥοή
- ῥοπή
- ῥωγμή
- σαγή
- Σεβαστή
- σιγή
- σκηνή
- σκυτοτομική
- σμαραγή
- σπονδή
- σπουδή
- σταφυλή
- στιγμή
- στολή
- στοναχή
- στρατηγική
- συγκοπή
- συλλαβή
- συμβολή
- συμβουλή
- συναγωγή
- συναρπαγή
- συνοχή
- συρμή
- συσκευή
- Σφενδαλή
- σχολή
- Ταναγραϊκή
- Ταυρική
- τεκτονική
- τελευτή
- τιμή
- τριβή
- τροφή
- τρυφή
- ὑλακή
- Ὑλική
- ὑπαπαντή
- ὑποβολή
- ὑποκατασκευή
- ὑποσκαφή
- Ὑσιαί
- φαρμακευτική
- φερνή
- φλεγμονή
- φυγή
- Φυλή
- φωνή
- χειρουργική
- χλιδή
- χορδή
- ψυχή
- ψωλή
- ᾠδή
- ὠνή
- ὠρυγή
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'ψυχή' χωρίς ενικό (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'ψυχή' χωρίς πληθυντικό (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'ψυχή' χωρίς πληθυντικό (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' στον ενικό (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' στον ενικό (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' χωρίς ενικό (αρχαία ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' χωρίς πληθυντικό (αρχαία ελληνικά)