Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)
| Κατηγορίες » Γλώσσα: Αρχαία ελληνικά - Ελληνιστική κοινή » Γραμματικές κατηγορίες » Ουσιαστικά » κατά το γένος » ουδέτερα ««« |
Pages in category "Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)"
- ἀβάκ
- ἀβάκιον
- ἀγαλμάτιον
- ἀγρηνόν
- -άδιον
- ἀηδόνιον
- ἀθήρωμα
- ἀκόνιτον
- ἀλθηστήριον
- ἄλθος
- ἄλμα
- ἁμαξίδιον
- ἀμάρευμα
- ἀμμωνιακόν
- ἄμυλον
- ἄναμμα
- ἀνεμούριον
- ἀνεύρυσμα
- Ἀντικυρικόν
- ἀντίρρινον
- ἀντίσιγμα
- ἀνώγεων
- ἀπόζεμα
- ἀποκύημα
- ἀπόκυνον
- ἀπομνημόνευμα
- ἀπόρριμμα
- Ἀραράτ
- ἄρκιον
- ἀρκόφθαλμον
- ἀρνόγλωσσον
- ἁρπάγιον
- ἁρπαστόν
- ἀρσενικόν
- ἀρτίαλα
- ἀρτολάγανον
- ἀρτοποιεῖον
- ἄσαρον
- ἀσκάληρον
- ἄσκυρον
- ἀσσάριον
- ἀστραγάλιον
- ἀσφάλισμα
- ἀσφάλτιον
- αὐλύδριον
- αὐτόσωμα
- ἀφρόγαλα
- βαλαύστιον
- βαρύλλιον
- βασιλικόν
- βαστέρνιον
- βαυκάλημα
- βδέλλιον
- βδέλυγμα
- βερίκοκκον
- βεστιάριον
- βήχιον
- βιβλιοπωλεῖον
- βιστιάριον
- βλάμμα
- βλῆχνον
- βοιόν
- βότρυον
- βουβάλιον
- βούγλωσσον
- βουκράνιον
- βουλάπαθον
- βούνιον
- βουσέλινον
- βοῦστον
- βράβυλον
- βράθυ
- βρύτεα
- βύσσινον
- γαλάκτιον
- γάλιον
- γαμήλιον
- γεράνιον
- γηροκομεῖον
- γιγγίδιον
- γλαύκιον
- γλούτια
- γνωμικόν
- γομάριον
- γοργόνιον
- Δαμασκηνόν
- δάνος
- δενδρολίβανον
- δέπαστρον
- διάβαθρον
- διάβημα
- διάγγελμα
- διαζύγιον
- διάπτωμα
- διάριον
- διάχωρον
- δίγαμμα
- δίκταμνον
- δίλημμα
- διόσπυρον
- διύλισμα
- διυλιστήριον
- δοράκινον
- δορυφόρημα
- δυναμικόν
- δωδεκάθεον
- δωράκινον
- ἐγγήραμα
- ἐγκόμβωμα
- ἔγχυμα
- ἔδικτον
- εἰδύλλιον
- ἐκτρόπιον
- ἐκτύπωμα
- ἐλάδιον
- ἔλασμα
- ἐλάφιον
- ἐλαφόβοσκον
- ἔλεος
- ἕλκηθρον
- ἑλμινθοβότανον
- ἔμβλημα
- ἐμβόλιον
- ἔμπετρον
- ἔναυσμα
- ἔντυβον
- ἔξαλα
- ἐπίβλημα
- ἐπίθυμον
- ἐργόχειρον
- ἐρίφιον
- ἑρμοδάκτυλον
- ἐρυσίσκηπτρον
- ἑσπέρισμα
- εὔζωμον
- εὐπατόριον
- εὐφόρβιον
- ἑφθοπώλιον
- ἐφίππιον
- ζέμα
- ζημίωμα
- ζιζάνιον
- ζίζυφον
- ζύγωμα
- ζῦθος
- ζυτουργεῖον
- ζωγράφημα
- ζωμάριον
- ἡδύσαρον
- ἡλιοτρόπιον
- ἡλιόφυτον
- ἡμιθωράκιον
- θάλικτρον
- θαυματούργημα
- θέμα
- θηλυφόνον
- θηριοτροφεῖον
- θυννοσκοπεῖον
- ἰᾶτον
- ἴγδισμα
- ἱερακοπόδιον
- ἴπνον
- ἱππολάπαθον
- ἱππομάραθον
- ἱπποσέλινον
- ἱππόφαιστον
- ἰσίκιον
- ἰσόπυρον
- ἰχθυεῖον
- ἰχθύκεντρον
- ἰχθυοπωλεῖον
- ἰχθυοπώλιον
- ἰχθυοτροφεῖον
- καθαριστήριον
- καλάθιον
- καλαμόφυλλον
- καλίγιον
- κάμμα
- κανόνισμα
- καρωτόν
- κασαυρεῖον
- κατάντημα
- κατάστημα
- κέντημα
- κεραυνοσκοπεῖον
- κίνητρον
- κιονόκρανον
- κίχορα
- κλανίον
- κλαστήριον
- κλαυθμύρισμα
- κλεῖστρον
- κλινοπόδιον
- κλοῦστρον
- κομβίον
- κόνισμα
- κοντάκιον
- κόπανον
- κόρηθρον
- κοχλιάριον
- κρατέρωμα
- κρεοπωλεῖον
- κρήμνισμα
- κρόκαλον
- κρύσταλλον
- κτένιον
- κυμάτιον
- κωλόβαθρον
- λάβαρον
- λάπαθον
- λατομεῖον
- λαχανοπωλεῖον
- λεξίδιον
- λεξικόν
- λεπτοκάρυον
- λεπτόν
- λιβάδιον
- λινέλαιον
- λογίδιον
- λουκάνικον
- λοφίδιον
- λῶπος
- μάκτρον
- μανδήλιον
- Μαραθώνια
- μαρούλιον
- μαρσίπιον
- μαστόδετον
- Μαυσώλειον
- μαχαιρίδιον
- μελικήριον
- μελίσσιον
- μελισσοτροφεῖον
- μελισσουργεῖον
- μερίδιον
- μεσαύλιον
- μεσογονάτιον
- μεσοκνήμιον
- μεσοστύλιον
- μεσουράνημα
- μετακάρπιον
- μετακιόνιον
- μετεωροσκοπεῖον
- μετεωροσκόπιον
- μήλωθρον
- μίλιον
- μισθωτήριον
- μοιρογνωμόνιον
- μοναστήριον
- μοσχάριον
- μουστάκια
- μουστάκιον
- μυρμήκιον
- μυρσινέλαιον
- ναυπηγεῖον
- νήριον
- νηρόν
- νησσοτροφεῖον
- νοσοκομεῖον
- ξέσμα
- ὀξύγγιον
- ὀρχίδιον
- ὁσπίτιον
- ὄσχεον
- οὐρεῖον
- παιδευτήριον
- παλλικάριον
- πανδοχεῖον
- παρακλαυσίθυρον
- παράρτημα
- παρασκήνιον
- παραχάραγμα
- παρωνύμιον
- πασσαλεῖον
- πεντάγραμμον
- πεντάγωνον
- πέραμα
- περικόχλιον
- περιπόδιον
- περίστῳον
- περισχοίνισμα
- πηλάριον
- πιεστήριον
- πιστάκιον
- πιττακίδιον
- πιττάκιον
- ποδόμακτρον
- πολλαπλάσιον
- πολύσπαστον
- πονημάτιον
- πραικόκκιον
- πραιτώριον
- πρεσβυτερεῖον
- πρεσβυτέριον
- πριόνιον
- προκήρυγμα
- προμάντευμα
- προνόμιον
- προσκήνιον
- πρόσφυμα
- προσωπεῖον
- πρόχωμα
- πτέρνισμα
- πτυάριον
- πτυχίον
- πύραυνον
- πύσμα
- ῥάπισμα
- ῥαφάνιον
- σάβανον
- σακκίδιον
- σάκχαρ
- σάρωμα
- σαύλωμα
- σέβασμα
- σεῖσμα
- σέμνωμα
- σίμωμα
- σιναπέλαιον
- σίναπι
- σινδόνιον
- σιφώνιον
- σκάνδαλον
- σκαφίδιον
- σκέπαστρον
- σκευοφυλάκιον
- σκόρδον
- σκότωμα
- σκουτέλλιον
- σκρίνιον
- σκύβαλον
- σουδάριον
- σπαθίον
- σπόδιον
- σπόριον
- στεφάνιον
- στῖμι
- στίμμι
- στιχάριον
- στρατηγεῖον
- σύλλημμα
- συμβούλιον
- σύμφωνον
- συνοικέσιον
- σύνορον
- σφραγιστήριον
- σφυρίον
- σχολεῖον
- σχόλιον
- σωματοτροφεῖον
- σῶρι
- σωροβόλιον
- σῶρυ
- σώσανδρον
- ταμιευτήριον
- ταριχοπωλεῖον
- ταυροκαθάψια
- τεκνίον
- τερατολόγημα
- τερέτριον
- τετράδιον
- τόρδυλον
- τρίβλιον
- τρίγλυφον
- τρυβλίον
- τυροκομεῖον
- τυροκόσκινον
- ὕδνον
- ὑδρολόγιον
- ὑδροφόρια
- ὑοφορβεῖον
- ὑπένδυμα
- ὑπόχυμα
- ὑστέρημα
- ὕψωμα
- φάβα
- φαλάκρωμα
- φαλκίδιον
- φίμωτρον
- φοινίκιον
- φόρεμα
- φραγγέλιον
- φρεάτιον
- φυλλάριον
- φυτώριον
- χαμαίδρυον
- χαμαίμηλον
- χαμαιτυπεῖον
- χελιδόνιον
- χοιροσφαγεῖον
- χοιροτροφεῖον
- χόρτασμα
- χρεμέτισμα
- χρηματοφυλάκιον
- χρυσόγονον
- ψάκαλον
- ψεῦμα
- ψυγεῖον
- ψωμίον
- ὠμοφόριον
- ὡρολόγιον
- ὡροσκοπεῖον
- Κατηγορία:Ουσιαστικά 2ης κλίσης ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά 2ης κλίσης ουδέτερα αττικόκλιτα (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά 3ης κλίσης ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά ανώμαλα ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Κύρια ονόματα ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα χωρίς ενικό (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα χωρίς πληθυντικό (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα οξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα προπερισπώμενα (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα προπαροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά ή ουδέτερα (ελληνιστική κοινή)