Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αμφορέας' (νέα ελληνικά)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | αμφορέας | οι | αμφορείς |
| γενική | του | αμφορέα & αμφορέως |
των | αμφορέων |
| αιτιατική | τον | αμφορέα | τους | αμφορείς |
| κλητική | αμφορέα | αμφορείς | ||
| Κατηγορία όπως «αμφορέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Αρσενικά παροξύτονα ουσιαστικά σε -έας, πληθυντικός -είς
- ο αμφορέας, του αμφορέας, οι αμφορείς, των αμφορέων
Τα αρχαιοπρεπή και με γενική ενικού σε -έως με παράμετρο |γε2=έως
για τους συντάκτες: {{el-κλίση-'αμφορέας'}} |
Pages in category "Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αμφορέας' (νέα ελληνικά)"
- αερομεταφορέας
- αετιδέας
- αλατοδιανομέας
- αλγοϋποδοχέας
- αλιέας
- αμμοβολέας
- αμφορέας
- αναβολέας
- αναγραφέας
- ανασκαφέας
- αναστολέας
- αναστροφέας
- ανατροπέας
- αντιβασιλέας
- αρματοφορέας
- αρχιερέας
- αυτεπαγωγέας
- Αχιλλέας
- βασιλέας
- βιντεοπροβολέας
- γναφέας
- διαβολέας
- διαγγελέας
- διαλογέας
- διαστολέας
- διαστροφέας
- διαυλοεπιλογέας
- διαφθορέας
- δολιοφθορέας
- -έας
- εγγραφέας
- εκδορέας
- εκδοροσφαγέας
- εκδοχέας
- εκσκαφέας
- εκτροπέας
- ελαιοτριβέας
- ενσιροδιανομέας
- εξολκέας
- επαγωγέας
- επιλογέας
- επιμηθέας
- ερωτιδέας
- ιερέας
- καραγωγέας
- καταγραφέας
- καταδρομέας
- καταστολέας
- κουρέας
- κυλισιοτριβέας
- λεοντιδέας
- μεγαλοεισαγωγέας
- μελιτοεξαγωγέας
- μεταγωγέας
- μετατροπέας
- μορφοτροπέας
- νομέας
- Οδυσσέας
- πανδοχέας
- παροχέας
- περιγραφέας
- πιθαμφορέας
- πορθμέας
- προβολέας
- προεπιλογέας
- προμηθέας
- προολκέας
- προσαγωγέας
- πρωθιερέας
- σκαπανέας
- σκαφέας
- σπορέας
- στροφέας
- συλλογέας
- συμβασιλέας
- συστολέας
- ταχυδιανομέας
- ταχυμεταφορέας
- τομέας
- τριβέας
- υδρονομέας
- υπερδιασπορέας
- υποβολέας
- υποδοχέας
- φονέας
- φορέας
- χρωματοδιαλογέας
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αμφορέας' στον ενικό (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αμφορέας' χωρίς ενικό (νέα ελληνικά)
- Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αμφορέας' χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)