αγουρογερασμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αγουρογερασμένος η αγουρογερασμένη το αγουρογερασμένο
      γενική του αγουρογερασμένου της αγουρογερασμένης του αγουρογερασμένου
    αιτιατική τον αγουρογερασμένο την αγουρογερασμένη το αγουρογερασμένο
     κλητική αγουρογερασμένε αγουρογερασμένη αγουρογερασμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αγουρογερασμένοι οι αγουρογερασμένες τα αγουρογερασμένα
      γενική των αγουρογερασμένων των αγουρογερασμένων των αγουρογερασμένων
    αιτιατική τους αγουρογερασμένους τις αγουρογερασμένες τα αγουρογερασμένα
     κλητική αγουρογερασμένοι αγουρογερασμένες αγουρογερασμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αγουρογερασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αγουρογερνώΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά). Μορφολογικά αναλύεται σε αγουρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αγουρο- (νέα ελληνικά) + γερασμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος γερνώΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά).

Προφορά

ΔΦΑ : /a.ɣu.ɾo.ʝe.ɾaˈzme.nos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγουρογερασμένος

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμσαρεγορυογα

αγουρογερασμένος, -η, -ο

Συνώνυμα

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμσαρεγορυογα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα αγουρο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λογοτεχνικό ύφος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά