Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)
| Κατηγορίες » Γλώσσα: Νέα ελληνικά » Γραμματικές κατηγορίες » Μετοχές ««« « Ρηματικοί τύποι (index-ευρετήριο) |
| Περισσότερα στο Παράρτημα:Επίθετα & μετοχές#Μετοχές |
Οι νεοελληνικές μετοχές είναι
- Κατηγορία:Μετοχές ενεργητικού ενεστώτα - άκλιτες (νέα ελληνικά) με επιρρηματική χρήση όπως λύνοντας, αγαπώντας, θεωρώντας
- Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) όπως λυμένος, αγαπημένος, θεωρημένος
- λόγιες: Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) βαρύτονων ρημάτων όπως θεωρούμενος
Όλα τα άλλα είδη Κατηγοριών χρόνων αφορούν αρχαιόπρεπες ή αρχαίες μετοχές που επιβιώνουν σε παγιωμένες εκφράσεις.
Pages in category "Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)"
- Παράρτημα:Επίθετα και μετοχές (νέα ελληνικά)
- αβανιάζοντας
- αβανιοκαμένος
- αβγατισμένος
- αβγοκομμένος
- αβγωμένος
- αγανακτισμένος
- αγαναχτισμένος
- αγαπημένος
- αγαπώντας
- αγγελοθωρώντας
- αγγελοκαμωμένος
- αγγελοφτιαγμένος
- αγγελοφτιασμένος
- αγγιγμένος
- αγγίζοντας
- αγγλοκρατούμενος
- αγεροχτυπημένος
- αγιασμένος
- αγιογραφώντας
- αγιοκαταταγμένος
- αγιοποιημένος
- αγιοποιώντας
- αγκαζαρισμένος
- αγκαλιασμένος
- αγκιστρωμένος
- αγκυλωμένος
- αγκυροβολημένος
- αγλακώντας
- αγνοημένος
- αγνοούμενος
- αγνοώντας
- αγνωμονώντας
- αγοράζοντας
- αγορασμένος
- αγουρογερασμένος
- αγουροθερισμένος
- αγουροξυπνημένος
- αγουροτσακισμένος
- αγριεμένος
- αγριεύοντας
- αγρικώντας
- αγριοκοιτώντας
- αγρυπνισμένος
- αγχωμένος
- αγωνιζόμενος
- αδειασμένος
- αδειοδοτημένος
- αδειοδοτούμενος
- αδελφωμένος
- αδημοσιοποίητος
- αδιαθετώντας
- αδιαφορώντας
- αδικημένος
- αδικομοιρασμένος
- αδικοπονεμένος
- αδικοπραγώντας
- αδικοσταυρωμένος
- αδικούμενος
- αδικοχαμένος
- αδρανοποιημένος
- αδυνατίζοντας
- αδυνατισμένος
- αερισμένος
- αερομεταφερόμενος
- αεροχτυπημένος
- αηδιασμένος
- αηδονολαλώντας
- αθλοθετώντας
- αθλούμενος
- αθροίζοντας
- αθροισμένος
- αθυμώντας
- αθωωμένος
- αιμάσσων
- αιματοβαμμένος
- αιματοβρεγμένος
- αιματοκυλισμένος
- αιματοκυλώντας
- αινώντας
- αισθανόμενος
- αισθηματολογώντας
- αισθητοποιώντας
- αισχρολογώντας
- αισχυνόμενος
- αιτιοκρατούμενος
- αιτιολογημένος
- αιτούμενος
- αιτώντας
- αιφνιδιασμένος
- αιχμαλωτισμένος
- αιωρούμενος
- ακινητοποιημένος
- ακινητώντας
- ακμάζων
- ακολουθούμενος
- ακολουθώντας
- ακονίζοντας
- ακονισμένος
- ακουμπισμένος
- ακουμπώντας
- ακουσμένος
- ακούων
- ακριβολογώντας
- ακριβοπληρωμένος
- ακριβοπουλημένος
- ακριβοπουλώντας
- ακροβολισμένος
- ακροπατώντας
- ακρωτηριασμένος
- ακτινοβολώντας
- ακτινογραφώντας
- ακυρολεκτώντας
- ακυρωθείς
- ακυρωμένος
- αλαλιασμένος
- αλατισμένος
- αλαφιασμένος
- αλαφροσκυμμένος
- αλαφρωμένος
- αλειμμένος
- αλεσμένος
- αλευρογυρισμένος
- αλευροποιώντας
- αλευρωμένος
- αλησμονώντας
- αλλαγμένος
- αλλάζοντας
- αλλαξοπιστώντας
- αλληθωρίζοντας
- αλληλοβοηθούμενος
- αλληλοδιαψευδόμενος
- αλληλοεξαρτημένος
- αλληλοεπηρεαζόμενος
- αλληλοεπιδρώμενος
- αλληλοκατηγορούμενος
- αλληλομαχαιρωμένος
- αλληλομισούμενος
- αλληλοσυγκρουόμενος
- αλληλοτροφοδοτούμενος
- αλληλοϋποβλεπόμενος
- αλληλοϋπονομευόμενος
- αλλοιωμένος
- αλλοιώνοντας
- αλλοπαρμένος
- αλλοτριωμένος
- αλογονωμένος
- αλυσοδεμένος
- αλυχτώντας
- αλφαδιασμένος
- αλωνίζοντας
- αλωνισμένος
- αμαυρωμένος
- αμβλυμμένος
- αμειβόμενος
- αμελημένος
- αμερικανίζων
- αμερικανοκρατούμενος
- αμερικανοποιημένος
- αμεροληπτώντας
- αμετασκεύαστος
- αμμοστρωμένος
- αμνηστευόμενος
- αμολημένος
- αμολώντας
- αμπαλαρισμένος
- αμπαρωμένος
- αμποδεμένος
- αμυνόμενος
- αμφιβάλλοντας
- αμφιλεγόμενος
- αμφισβητημένος
- αμφισβητούμενος
- αμφισβητώντας
- αμφιταλαντευόμενος
- αναβαθμισμένος
- αναβαθμολογημένος
- αναβαθμολογώντας
- αναβαλλόμενος
- αναβαπτισμένος
- αναβαστώντας
- αναβιωμένος
- αναβληθείς
- αναβοώντας
- αναβράζων
- αναβρασμένος
- αναγεγραμμένος
- αναγελώντας
- αναγεννημένος
- αναγεννώντας
- αναγκασμένος
- αναγνωρίζοντας
- αναγνωρισμένος
- αναγομωμένος
- αναγορευμένος
- αναγουλιασμένος
- αναγραμματισμένος
- αναγραμμένος
- αναγραφόμενος
- αναδασωμένος
- αναδειγμένος
- αναδεικνύοντας
- αναδευμένος
- αναδημιουργημένος
- αναδημιουργώντας
- αναδημοσιευμένος
- αναδιαρθρωμένος
- αναδιαρθρώνοντας
- αναδιοργανωμένος
- αναδιπλασιασμένος
- αναδιπλούμενος
- αναδιπλωμένος
- αναδυόμενος
- αναζητημένος
- αναζητούμενος
- αναζητώντας
- αναζωογονημένος
- αναζωπυρωμένος
- αναζωπυρώνοντας
- αναθαρρώντας
- αναθεματισμένος
- αναθέτοντας
- αναθέτων
- αναθεωρημένος
- αναθρεμμένος
- αναιρεθείς
- αναισθητοποιημένος
- αναισθητοποιώντας
- ανακαθισμένος
- ανακαινιζόμενος
- ανακαινίζοντας
- ανακαινισμένος
- ανακαλυφθείς
- ανακαταμετρημένος
- ανακατανέμοντας
- ανακατασκευασμένος
- ανακαταταγμένος
- ανακατεμένος
- ανακατωμένος
- ανακεκαμμένος
- ανακινώντας
- ανακλαδισμένος
- ανακλιμένος
- ανακλινόμενος
- ανακλώντας
- ανακοινωθείς
- ανακοστολογημένος
- ανακουφισμένος
- ανακυκλωμένος
- ανακυρτωμένος
- αναλαμβάνοντας
- αναλογιζόμενος
- αναλογισθείς
- αναλογών
- αναλογώντας
- αναλυμένος
- αναλύοντας
- αναλωθείς
- αναμαλλιασμένος
- αναμασημένος
- αναμειγμένος
- αναμειγνύοντας
- αναμεμειγμένος
- αναμεμιγμένος
- αναμενόμενος
- αναμερισμένος
- αναμεταδιδόμενος
- αναμετρημένος
- αναμετρώντας
- αναμιγμένος
- αναμιγνύοντας
- αναμμένος
- ανανεωμένος
- ανανεώνοντας
- ανανήψας
- αναοριοθετημένος
- αναπαλαιωμένος
- αναπαραγόμενος
- αναπαριστώντας
- αναπαυμένος
- αναπεπταμένος
- αναπετώντας
- αναπηδώντας
- αναπλασμένος
- αναπληρωμένος
- αναπνέων
- αναποδιασμένος
- αναποδογυρισμένος
- αναπολούμενος
- αναπολώντας
- αναπροσανατολισμένος
- αναπροσαρμοζόμενος
- αναπροσαρμοσμένος
- αναπτερωμένος
- αναπτυγμένος
- αναπτυσσόμενος
- αναπτύσσοντας
- αναπυροδοτούμενος
- αναπυρωμένος
- αναριγώντας
- αναρριχώμενος
- αναρροφημένος
- αναρροφώντας
- αναρρωμένος
- αναρτημένος
- αναρτώντας
- αναρχούμενος
- αναρωτώντας
- ανασηκωμένος
- ανασκαλεμένος
- ανασκαμμένος
- ανασκευασμένος
- ανασκιρτώντας
- ανασκολοπισμένος
- ανασκοπώντας
- ανασκουμπωμένος
- ανασπώντας
- αναστατωμένος
- αναστατώνοντας
- αναστέλλοντας
- αναστέλλων
- αναστεναμένος
- αναστηλωμένος
- αναστημένος
- αναστομωμένος
- αναστυλωμένος
- ανασυγκροτημένος
- ανασυγκροτώντας
- ανασυνδεμένος
- ανασυνδυασμένος
- ανασυνιστώντας
- ανασυνταγμένος
- ανασυντεταγμένος
- ανασυρμένος
- ανασυρόμενος
- ανασχηματισμένος
- αναταραγμένος
- αναταρασσόμενος
- ανατεθειμένος
- ανατέλλων
- ανατιμημένος
- ανατιμώντας
- ανατιναγμένος
- ανατοκισμένος
- ανατολίζων
- ανατοποθετημένος
- ανατοποθετώντας
- ανατραπείς
- ανατρεπόμενος
- ανατρέποντας
- ανατριχιασμένος
- ανατροφοδοτημένος
- ανατροφοδοτώντας
- ανατσουτσουρωμένος
- ανατυπωμένος
- αναφερόμενος
- αναφλέγοντας
- αναφτερωμένος
- αναφυτεμένος
- αναχαιτισμένος
- αναχρονισμένος
- αναψηλαφώντας
- αναψοκοκκινισμένος
- ανδρειωμένος
- ανδροκρατούμενος
- ανδρωμένος
- ανεβασμένος
- ανεγνωρισμένος
- ανειλημμένος
- ανειμένος
- ανελκυσμένος
- ανεμισμένος
- ανεμοδαρμένος
- ανενεργοποιημένος
- ανεξαρτητοποιημένος
- ανεξικακώντας
- ανεπτυγμένος
- ανερευνώντας
- ανερχόμενος
- ανεσκαμμένος
- ανεσταλμένος
- ανεστραμμένος
- ανευφημώντας
- ανεφοδιασμένος
- ανεχόμενος
- ανηγμένος
- ανηρημένος
- ανηφορίζοντας
- ανηφορώντας
- ανθισμένος
- ανθιστάμενος
- ανθοβολώντας
- ανθοκομώντας
- ανθολογημένος
- ανθολογώντας
- ανθοστολισμένος
- ανθοφορεμένος
- ανθοφορώντας
- ανθυπομειδιώντας
- ανθών
- ανθώντας
- ανιόντας
- ανιπτάμενος
- ανισοπεδοποιημένος
- ανιστορώντας
- ανιχνευμένος
- ανιών
- ανιώντας
- ανοιγμένος
- ανοιγοκλειόμενος
- ανοιγοκλειώντας
- ανοικοδομημένος
- ανοικοδομώντας
- ανορθογραφώντας
- ανορθωμένος
- ανοσιουργώντας
- ανοσοκατεσταλμένος
- ανοσοποιημένος
- ανταγαπώντας
- ανταδικώντας
- ανταλλαγμένος
- ανταλλασσόμενος
- ανταλλάσσοντας
- ανταμειβόμενος
- ανταμωμένος
- ανταπαιτώντας
- ανταπαντώντας
- ανταποδομένος
- ανταποκρινόμενος
- ανταριασμένος
- αντασφαλισμένος
- αντενεργώντας
- αντεπαναστατώντας
- αντεπιστέλλων
- αντεπιτιθέμενος
- αντεστραμμένος
- αντευχαριστώντας
- αντέχοντας
- αντηχών
- αντηχώντας
- αντιβοώντας
- αντιγνωμώντας
- αντιγραμμένος
- αντιδανεισμένος
- αντιδικώντας
- αντιδονώντας
- αντιδρώντας
- αντικαθιστάμενος
- αντικαθιστώντας
- αντικαταστημένος
- αντικατεστημένος
- αντικατοπτρισμένος
- αντικειμενικοποιημένος
- αντικειμενοποιημένος
- αντικρισμένος
- αντικρουόμενος
- αντιλαμβανόμενος
- αντιλέγων
- αντιλογώντας
- αντιμαχόμενος
- αντιμετωπιζόμενος
- αντιμετωπίζοντας
- αντιμετωπισμένος
- αντιμιλώντας
- αντιπαθών
- ἀντιπαθών
- αντιπαθώντας
- αντιπαραβάλλοντας
- αντιπαραταγμένος
- αντιπερνώντας
- αντιποιημένος
- αντιπολιτευόμενος
- αντιπροσκαλώντας
- αντιπροσωπευμένος
- αντιπροσωπευόμενος
- αντιπροσωπεύων
- αντισταθμισμένος
- αντιστοιχισμένος
- αντιστοιχώντας
- αντιστραμμένος
- αντιστρατευόμενος
- αντιστυλωμένος
- αντισυμβαλλόμενος
- αντιτεθειμένος
- αντιτιθέμενος
- αντιφρονών
- αντιφρονώντας
- αντιφωνώντας
- αντιχαιρετώντας
- αντιχτυπώντας
- αντλημένος
- αντλούμενος
- αντλώντας
- αντραλεμένος
- αντραλισμένος
- αντρειεμένος
- αντρειωμένος
- αντροκαλώντας
- αντρωμένος
- ανυμνώντας
- ανυπομονώντας
- ανυψούμενος
- ανυψωμένος
- ανυψωνόμενος
- ανωνυμογραφώντας
- αξιαζόμενος
- αξιαζούμενος
- αξιολογημένος
- αξιολογούμενος
- αξιολογών
- αξιολογώντας
- αξιοποιημένος
- αξιοποιούμενος
- αξιοποιώντας
- αξιωμένος
- αοριστολογώντας
- απαγγελμένος
- απαγκιασμένος
- απαγκιστρωμένος
- απαγορευμένος
- απαγχονισμένος
- απάδων
- απαερισμένος
- απαθανατισμένος
- απαθλιωμένος
- απαιτούμενος
- απαιτώντας
- απαλειμμένος
- απαλλαγμένος
- απαλλοτριωμένος
- απαλυμένος
- απανθρακωμένος
- απαντημένος
- απαντώμενος
- απαξιωμένος
- απαριθμημένος
- απαρνημένος
- απαρνούμενος
- απαρτισμένος
- απαρχαιωμένος
- απασβεστωμένος
- απαστράπτων
- απασφαλισμένος
- απασχολημένος
- απασχολούμενος
- απατημένος
- απατώντας
- απαυδημένος
- απαυδισμένος
- απαυτωμένος
- απαυτώνοντας
- απαχθείς
- απεγκατεστημένος
- απεγκλωβισμένος
- απεγνωσμένος
- απειθαρχώντας
- απειθώντας
- απεικονιζόμενος
- απεικονισμένος
- απειλημένος
- απειλούμενος
- απεκδεχόμενος
- απεκδυόμενος
- απελαθείς
- απελασμένος
- απελαυνόμενος
- απελευθερωμένος
- απελευθερώνοντας
- απελπισμένος
- απενεργοποιημένος
- απενεργοποιώντας
- απενοχοποιημένος
- απενταγμένος
- απεντερωμένος
- απεξαρτημένος
- απεραντολογώντας
- απεργαζόμενος
- απερχόμενος
- απεσταγμένος
- απεσταλμένος
- απευαισθητοποιημένος
- απευαισθητοποιώντας
- απευθυνόμενος
- απέχοντας
- απέχων
- απηγγελμένος
- απηλλαγμένος
- απησχολημένος
- απηυδισμένο
- απιοντισμένος
- απιστώντας
- απισχνασμένος
- απλοποιημένος
- απλοποιώντας
- απλουστευμένος
- απλωμένος
- απλώνοντας
- αποβεβλημένος
- αποβιβασμένος
- αποβιώντας
- αποβλακωμένος
- αποβλέποντας
- αποβληθείς
- αποβλημένος
- αποβουτυρωμένος
- απογαλακτισμένος
- απογεγραμμένος
- απογειωμένος
- απογεμισμένος
- απογοητευμένος
- απογραμμένος
- απογυμνωμένος
- αποδεδειγμένος
- αποδεδομένος
- αποδειγμένος
- αποδεικνύοντας
- αποδεκατισμένος
- αποδελτιωμένος
- αποδεσμευμένος
- αποδεσμευόμενος
- αποδεχόμενος
- αποδιαλεγμένος
- αποδιαρθρωμένος
- αποδιδόμενος
- αποδίδων
- αποδιεθνοποιημένος
- αποδιεθνοποιώντας
- αποδιοργανωμένος
- αποδιωγμένος
- αποδοκιμασμένος
- αποδομένος
- αποδοσμένος
- αποδυναμωμένος
- αποζημιωμένος
- αποζώντας
- αποθαλασσωμένος
- αποθαμένος
- αποθανών
- αποθαρρεμένος
- αποθαρρημένος
- αποθαρρυμένος
- αποθεραπευμένος
- αποθερισμένος
- αποθεωμένος
- αποθηκευμένος
- αποθηκεύοντας
- αποθηριωμένος
- αποθησαυρισμένος
- αποθρασυμένος
- αποθυμώντας
- αποϊδεολογικοποιημένος
- αποικίζοντας
- αποικισμένος
- αποικοδομημένος
- αποικώντας
- αποκαθηλωμένος
- αποκαλυμμένος
- αποκαλυπτόμενος
- αποκαλώντας
- αποκαμωμένος
- αποκαρδιωμένος
- αποκαταστημένος
- αποκατεστημένος
- αποκεντρωμένος
- αποκερατωμένος
- αποκεφαλισθείς
- αποκεφαλισμένος
- αποκηρυγμένος
- αποκλεισμένος
- αποκληρωμένος
- αποκλιμακούμενος
- αποκλιμακωμένος
- αποκλιμακώνοντας
- αποκοιμισμένος
- αποκολλημένος
- αποκολλώντας
- αποκομίζοντας
- αποκομισμένος
- αποκομματικοποιημένος
- αποκομμένος
- αποκορυφωμένος
- αποκοτώντας
- αποκρουσμένος
- αποκρυμμένος
- αποκρυπτογραφημένος
- αποκρύπτοντας
- αποκρυσταλλωμένος
- αποκτημένος
- αποκτηνωμένος
- αποκωδικοποιώντας
- απολακτισμένος
- απολειτουργώντας
- απολεξικοποιημένος
- απολεπισμένος
- απολεσθείς
- απολησμονημένος
- απολησμονώντας
- απολιθωμένος
- απολιτικοποιημένος
- απολογηθείς
- απολογημένος
- απολογούμενος
- απολυμασμένος
- απολυμένος
- απολυόμενος
- απολυτοποιημένος
- απολυτρωμένος
- απολωλώς
- απομαγνητισμένος
- απομαγνητοφωνημένος
- απομαγνητοφωνώντας
- απομακρυνόμενος
- απομακρυσμένος
- απομένων
- απομνημονευμένος
- απομονωμένος
- απομονώνοντας
- απομυθοποιημένος
- απομυθοποιώντας
- απομωραμένος
- αποναρκωμένος
- απονεκρωμένος
- απονεμημένος
- απονενοημένος
- απονευρωμένος
- απονομιμοποιημένος
- απόντας
- αποξενωμένος
- αποξεραμένος
- αποξεσμένος
- αποξεχασμένος
- αποξεχνώντας
- αποξηλωμένος
- αποξηραμένος
- αποξυγονωμένος
- αποξυλωμένος
- αποπαρμένος
- αποπερατωμένος
- αποπλανημένος
- αποπλανώντας
- αποπλέοντας
- αποπλέων
- αποπληθωρισμένος
- αποπληρωμένος
- αποπλυμένος
- αποποιημένος
- αποποινικοποιημένος
- αποπολιτικοποιημένος
- αποπροσανατολίζοντας
- αποπροσανατολισμένος
- αποπροσωποποιημένος
- αποπροσωποποιώντας
- αποπυρηνικοποιημένος
- απορημένος
- απορρέων
- απορριμμένος
- απορρίπτοντας
- απορροφημένος
- απορροφούμενος
- απορροφώντας
- απορρυθμισμένος
- απορφανεμένος
- απορφανισμένος
- αποσαθρωμένος
- αποσαρωμένος
- αποσαφηνιζόμενος
- αποσαφηνισμένος
- αποσβεσθείς
- αποσβεσμένος
- αποσβησμένος
- αποσβολωμένος
- αποσιωπημένος
- αποσιωπώμενος
- αποσκελετωμένος
- αποσκεπασμένος
- αποσκιρτώντας
- αποσκληρυμένος
- αποσκληρωμένος
- αποσκοπώντας
- αποσκορακισμένος
- αποσοβημένος
- αποσοβώντας
- αποσπασμένος
- αποσπώμενος
- αποσπώντας
- αποσταγμένος
- αποσταθεροποιημένος
- αποσταθεροποιώντας
- αποσταλαγμένος
- αποσταλμένος
- αποσταμένος
- αποστασιοποιημένος
- αποστατώντας
- αποστεγνωμένος
- αποστειρωμένος
- αποστελλόμενος
- αποστέλλων
- αποστερημένος
- αποστερώντας
- αποστεωμένος
- αποστηθισμένος
- αποστομωμένος
- αποστραβωμένος
- αποστραγγισμένος
- αποστρατευμένος
- αποστρατικοποιημένος
- αποστρατιωτικοποιημένος
- αποσυμπιεσμένος
- αποσυμφορημένος
- αποσυμφορώντας
- αποσυναρμολογημένος
- αποσυναρμολογούμενος
- αποσυνδεδεμένος
- αποσυνδεμένος
- αποσυνθεμένος
- αποσυντεθειμένος
- αποσυντιθέμενος
- αποσυντονισμένος
- αποσυρμένος
- αποσυρόμενος
- αποσυσχετισμένος
- αποσφραγισμένος
- αποσχηματισμένος
- αποσχισθείς
- αποσχισμένος
- αποσωμένος
- αποταγμένος
- αποταμιευμένος
- αποτεθειμένος
- αποτεινόμενος
- αποτείνοντας
- αποτελειωμένος
- αποτελεσμένος
- αποτελματωμένος
- αποτελούμενος
- αποτελώντας
- αποτεφρωμένος
- αποτιμημένος
- αποτιμώντας
- αποτιναγμένος
- αποτιτανωμένος
- αποτοιχισμένος
- αποτολμώντας
- αποτοξινωμένος
- αποτραβηγμένος
- αποτραβώντας
- αποτρελαμένος
- αποτρέποντας
- αποτριχωμένος
- αποτροπιασμένος
- αποτρυγώντας
- αποτυπωμένος
- αποτυχημένος
- αποτυχών
- αποϋλοποιημένος
- αποφασίζοντας
- αποφασισμένος
- αποφεύγοντας
- αποφλοιωμένος
- αποφοιτήσας
- αποφοιτώντας
- αποφορτισμένος
- αποφορτωμένος
- αποφραγμένος
- αποφυλακιζόμενος
- αποφυλακισμένος
- αποχαιρετισμένος
- αποχαιρετώντας
- αποχαλινωμένος
- αποχαλώντας
- αποχαυνωμένος
- αποχερσωμένος
- αποχλομιασμένος
- αποχλωμιαμένος
- αποχλωριωμένος
- αποχριστιανοποιημένος
- αποχρωματισμένος
- αποχρών
- αποχτημένος
- αποχτώντας
- αποχυμένος
- αποχωρισμένος
- αποχωρών
- αποψιλωμένος
- αποψυγμένος
- απρακτώντας
- απσταθεροποιημένος
- απωθημένος
- απών
- αραβοκρατούμενος
- αραβουργημένος
- αραγμένος
- αραδιασμένος
- αράζοντας
- αραθυμώντας
- αραιοδομημένος
- αραιοκατοικημένος
- αραιωμένος
- αραξοβολημένος
- αραχνιασμένος
- αραχνοκεντημένος
- αργασμένος
- αργοκινώντας
- αργοξυπνημένος
- αργοπορημένος
- αργών
- αρδευμένος
- αρθρογραφώντας
- αρθρωμένος
- αριθμημένος
- αρκούμενος
- αρκώντας
- αρμαθιασμένος
- αρματωμένος
- αρμεγμένος
- αρμενίζοντας
- αρμενοβαφτισμένος
- αρμόζων
- αρμοσμένος
- αρνούμενος
- αροτριωμένος
- αροτριών
- αρπαγμένος
- αρραβωνιασμένος
- αρρεβωνιασμένος
- αρρωστημένο
- αρρωστημένος
- αρρωστώντας
- αρτυμένος
- αρτύοντας
- αρχαΐζων
- αρχειοθετημένος
- αρχίζοντας
- αρχινισμένος
- αρχινώντας
- άρχων
- αρωματισμένος
- ασβεστωμένος
- ασεβώντας
- ασελγώντας
- ασημοκαπνισμένος
- ασημωμένος
- ασθενώντας
- ασθμαίνοντας
- ασκημένος
- ασκούμενος
- ασκώντας
- ασπαζόμενος
- ασπασμένος
- ασπρισμένος
- ασπροεντυμένος
- ασπροντυμένος
- ασπροφορεμένος
- ασταρωμένος
- αστειευόμενος
- αστεϊζόμενος
- αστειολογώντας
- αστερωμένος
- αστικοποιημένος
- αστοχημένος
- αστοχισμένος
- αστοχώντας
- αστρακωμένος
- αστραποβολώντας
- αστραποκαμένος
- αστροσπαρμένος
- αστροστεφανωμένος
- αστροστολισμένος
- αστυνομευόμενος
- αστυνομοκρατούμενος
- ασυδαύλιστος
- ασφαλιζόμενος
- ασφαλισμένος
- ασφαλτοστρωμένος
- ασφαλτωμένος
- ασφυκτιώντας
- ασχημισμένος
- ασχολούμενος
- ατενίζοντας
- ατιμασμένος
- ατμοποιημένος
- ατομικευμένος
- ατονώντας
- ατροφημένος
- ατροφώντας
- ατσαλωμένος
- αττικίζων
- ατυχώντας
- αυγοκομμένος
- αυγωμένος
- αυθαιρετώντας
- αυλακωμένος
- αυνανιζόμενος
- αυξανόμενος
- αυξάνοντας
- αυξημένος
- αυξομειωμένος
- αυξομειώνοντας
- αυτασφαλιζόμενος
- αυτασφαλισμένος