απαρχαιωμένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- απαρχαιωμένος < αρχαία ελληνική ἀπηρχαιωμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ἀπαρχαιόομαιΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) / ἀπαρχαιοῦμαι < ἀπό + ἀρχαιόομαι / ἀρχαιοῦμαι < ἀρχαῖος < ἀρχή
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμωιαχραπα
απαρχαιωμένος
- που είναι τόσο παλιός, ώστε να μη συμβαδίζει πια με τις σύγχρονες καταστάσεις, αντιλήψεις ή απαιτήσεις
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Από τα βιβλία αυτά ο Κόνολι σταχυολόγησε ένα χρήσιμο γλωσσάρι απαρχαιωμένων όρων των οποίων έκανε ενσυνείδητη χρήση, παρόλο που – ή μάλλον ακριβώς επειδή – πρόκειται για σπάνιες λέξεις που δεν μπορεί κανείς να αλιεύσει στα σύγχρονα λεξικά (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 403-406, 2000, σελ. 48)
Άλλες μορφές
Συγγενικά
- → δείτε τις λέξεις απαρχαιώνω, αρχαίος και αρχή
Μεταφράσεις
απαρχαιωμένος
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά