αμβλυμμένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αμβλυμμένος η αμβλυμμένη το αμβλυμμένο
      γενική του αμβλυμμένου της αμβλυμμένης του αμβλυμμένου
    αιτιατική τον αμβλυμμένο την αμβλυμμένη το αμβλυμμένο
     κλητική αμβλυμμένε αμβλυμμένη αμβλυμμένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αμβλυμμένοι οι αμβλυμμένες τα αμβλυμμένα
      γενική των αμβλυμμένων των αμβλυμμένων των αμβλυμμένων
    αιτιατική τους αμβλυμμένους τις αμβλυμμένες τα αμβλυμμένα
     κλητική αμβλυμμένοι αμβλυμμένες αμβλυμμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

αμβλυμμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένουΚατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) αμβλύνω

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμμυλβμα

αμβλυμμένος, -η, -ο

 δείτε τη λέξη αμβλύνω

Συνώνυμα

  1. εξασθενημένος
  2. στομωμένος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμμυλβμα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά