απολεξικοποιημένος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοποκιξελοπα
απολεξικοποιημένος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του απολεξικοποιώ
- (γλωσσολογίαΚατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά), για ρήματα) που μόνο του δεν σημαίνει τίποτα
Το ρήμα «δίνω» στη φράση «δίνω εξέταση» είναι απολεξικοποιημένο.
Πολυλεκτικοί όροι
Μεταφράσεις
απολεξικοποιημένος
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)