απολεξικοποιημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απολεξικοποιημένος η απολεξικοποιημένη το απολεξικοποιημένο
      γενική του απολεξικοποιημένου της απολεξικοποιημένης του απολεξικοποιημένου
    αιτιατική τον απολεξικοποιημένο την απολεξικοποιημένη το απολεξικοποιημένο
     κλητική απολεξικοποιημένε απολεξικοποιημένη απολεξικοποιημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απολεξικοποιημένοι οι απολεξικοποιημένες τα απολεξικοποιημένα
      γενική των απολεξικοποιημένων των απολεξικοποιημένων των απολεξικοποιημένων
    αιτιατική τους απολεξικοποιημένους τις απολεξικοποιημένες τα απολεξικοποιημένα
     κλητική απολεξικοποιημένοι απολεξικοποιημένες απολεξικοποιημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

απολεξικοποιημένος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) delexicalised

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηιοποκιξελοπα

απολεξικοποιημένος, -η, -ο

  1. μετοχή παθητικού παρακειμένου του απολεξικοποιώ
  2. (γλωσσολογίαΚατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά), για ρήματα) που μόνο του δεν σημαίνει τίποτα
    παράδειγμα  Το ρήμα «δίνω» στη φράση «δίνω εξέταση» είναι απολεξικοποιημένο.

Πολυλεκτικοί όροι

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηιοποκιξελοπα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γλωσσολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)