αλληλοδιαψευδόμενος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αλληλοδιαψευδόμενος η αλληλοδιαψευδόμενη το αλληλοδιαψευδόμενο
      γενική του αλληλοδιαψευδόμενου της αλληλοδιαψευδόμενης του αλληλοδιαψευδόμενου
    αιτιατική τον αλληλοδιαψευδόμενο την αλληλοδιαψευδόμενη το αλληλοδιαψευδόμενο
     κλητική αλληλοδιαψευδόμενε αλληλοδιαψευδόμενη αλληλοδιαψευδόμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αλληλοδιαψευδόμενοι οι αλληλοδιαψευδόμενες τα αλληλοδιαψευδόμενα
      γενική των αλληλοδιαψευδόμενων των αλληλοδιαψευδόμενων των αλληλοδιαψευδόμενων
    αιτιατική τους αλληλοδιαψευδόμενους τις αλληλοδιαψευδόμενες τα αλληλοδιαψευδόμενα
     κλητική αλληλοδιαψευδόμενοι αλληλοδιαψευδόμενες αλληλοδιαψευδόμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)

ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμοδυεψαιδοληλλα

αλληλοδιαψευδόμενος

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά