ακολουθούμενος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- ακολουθούμενος < μετοχή παθητικού ενεστώταΚατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά) ακολουθώ
ΜετοχήΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμυοθυολοκα
ακολουθούμενος
- που τον ακολουθούν (για πρόσωπα)
- εφτασε στην δεξίωση ακολουθούμενος από τους παρατρεχάμενούς του
- που ακολουθείται, που εφαρμόζεται
- η ακολουθούμενη τακτική δεν οδηγεί πουθενά
Συγγενικά
Μεταφράσεις
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμυοθυολοκα
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά